poihmata top banner 2019


 

Τίτλος

 Νανούρισμα

Δημιουργός

 Μπέρτολ Μπρέχτ

Διαβάστε και:

  Ο πόλεμός τους σκοτώνει ότι άφησε όρθιο η ειρήνη τους.

Διότι

 

Ένα νανούρισμα τόσο διαφορετικό. Ένα νανούρισμα που δεν ετοιμάζει για ύπνο, που δεν κοιμίζει με αυταπάτες, ,ψεύτικες ελπίδες κι όνειρα, που δεν εφησυχάζει αλλά είναι μάθημα ζωής, σάλπισμα ετοιμότητας και δράσης, προετοιμασίας για αγώνα και διεκδίκηση. Η μάνα λέει στο μικρό της αλήθειες σκληρές για τον κόσμο που θα συναντήσει, κόσμο άδικο που δίνει φτώχεια, δυστυχία και πολέμους για τους πολλούς, κέρδη και δύναμη για τους πολύ λίγους και του ζητάει να παλέψει για να τον αλλάξει, να γίνει κύριος της μοίρας του κι αφεντικό της ζωής του . Του δείχνει ποιοι είναι οι εκμεταλλευτές του,αυτοί που θα του πούνε ψέματα,που θα του κλέψουν όχι μόνο το πιάτο το φαΐ αλλά τη ίδια τη ζωή και του δείχνει τον ένα και μοναδικό δρόμο, δρόμος μοναδικός για όσο θα υπάρχουν εκμεταλλευτικές κοινωνίες: πόλεμος όχι μόνο για “το ρούχο”, “το καρβέλι”, “μια θέση για δουλειά”, αλλά για “όλο το εργοστάσιο” και “το κάρβουνο” και “το μετάλλευμα” και “την εξουσία στο κράτος”. Δηλαδή ο δρόμος είναι η επαναστατική πράξη για την “απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών”, η μετατροπή σε κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων που παράγουν τον πλούτο, για να περάσει τελικά η γης και οι καρποί της “σ' αυτούς που την πονούν και την δουλεύουν"

 

nanourisma ImageFREE

 Τη μέρα που σε γέννησα, τ΄ αδέλφια σου πεινάγαν
δεν είχα σούπα να τους δώσω, κι έκλαιγαν συνέχεια.
Τη μέρα που σε γέννησα, μας έκοψαν το γκάζι
μες στην ανέχεια με φως σβηστό ο κόσμος μας σ΄ εδέχθη.
Μες στην κοιλιά μου τότε που σε κουβαλούσα
καλό δεν ήταν τίποτα παντού τριγύρω
και το μωρό μου το κακόμοιρο που θα 'ρθει
σε κόσμο άσχημο να βγει τράβηξε κλήρο.

Απόφαση πως μόνη θα νοιαστώ, επήρα,
προτού το φως να ιδεί, αυτός να ΄ναι σαΐνι
αυτός που μέσα μου κουβάλαγα, ας φροντίσει
καλύτερος ο κόσμος πια για μας να γίνει.
Τα κάρβουνα βουνά έβλεπα μεγάλα να ναι στις μάντρες
κι έλεγα: “ Τα δάκρυα μη σε πιάσουνε!”
Αυτός, που μέσα μου κουβάλαγα, ας φροντίσει
και κάρβουνα σαν βγει, να βρει να τον ζεστάνουν.
Τα μάτια μου καρβέλια τρώγαν στη βιτρίνα
μα ψίχουλο δεν έβρισκαν οι πεινασμένοι.
Αυτός, που μέσα μου κουβάλαγα, ας φροντίσει
κι αυτός να χει ψωμί και γι αλλουνούς να μένει.
Μες στην κοιλιά μου τότε που σε κουβαλούσα
σιγόλεγα από μέσα μου, αλήθεια πώς να μοιάζεις;
Εσύ, που εντός μου σε κουβάλησα, δεν πρέπει...
εσύ... ποτέ δεν πρέπει φρένο εσύ να βάζεις!
Γιε μου, άκουσε τη μάνα σου, άκου τη μιλιά μου.
Φριχτή πανούκλα αντίς ζωή σε περιμένει.
Μα εγώ δε σε κουβάλαγα μες στην κοιλιά μου
τροφή για να χει το κακό εξασφαλισμένη.
Υπάρχει ό,τι δεν έχεις, δεν εχάθηκε, όχι!
Αν δεν στα δίνουνε, ναν τους τα πάρεις μύρια!
Εγώ δε σ΄ έφερα στου κόσμου αυτή την κόχη
τις νύχτες να κοιμάσαι κάτω από γεφύρια.
Τις νύχτες ξαγρυπνώ σιμά σου ώρα την ώρα,
σε νιώθω: σφίγγεις τη μικρή γροθιά σου. Φα΄ τους!
Για πόλεμο σε λογαριάζω απ΄ τα τώρα
ποτέ μην καταπιείς τα παλιοψέματά τους!
Με τους συντρόφους σου τη δύναμη εκεινών
να τηνε κάν΄τε σκόνη!
Εσύ γιε μου κι εγώ και όλοι οι όμοιοί μας
αντάμα να 'μαστε για πάντα στη γραμμή μας,
για να ναι όλοι οι άνθρωποι, που η γη σηκώνει, ίσοι!

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση