| Τίτλος |
Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτεινός;Από το "Άσμα Ηρωικό και πένθιμο" |
|
| Δημιουργός |
Οδυσσέας Ελύτης |
|
| Δυο λόγια | ||

Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτεινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ, περβόλι, ωδείο των λουλουδιών,
κι εσύ, ρίζα σγουρή, φλογέρα της μανόλιας;
Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δένδρο
και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
κι ένας τρελλός δέρνεται με το χιόνι
και τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν
γιατί; ρωτάει ο αετός, πούναι το παλληκάρι;
κι όλα τα αητόπουλα απορούν: πούναι το παλληκάρι;
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πούναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν: Πούναι το παιδί;
Γιατί ρωτάει ο σύντροφος, πούναι ο αδελφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν: Πού να ναι ο πιο μικρός ;
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
πιάνουν το χέρι και παγώνει
πάν να δαγκάσουνε ψωμί, κι εκείνο στάζει αίμα
κοιτούν μακριά τον ουρανό, κι εκείνος μελανιάζει
γιατί, γιατί, γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος;
γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί;
γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!