poihmata top banner 2019


 

Τίτλος

 Είμαι αυτός που επέζησε, φίλε Οπενχάιμερ...

Δημιουργός

 Νικηφόρος Βρεττάκος

Δυο λόγια   Για το Νικηφόρο Βρεττάκο

nagasaki ImgF

         Δραματικά επίκαιρη, συγκλονιστική «κραυγή» ξαναγίνεται στις μέρες μας το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου «Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ», που δημοσιεύτηκε το 1954, χρονιά δικαστικής δίωξης του κορυφαίου Αμερικανού φυσικού Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, γνωστού ως «πατέρα της πυρηνικής βόμβας» που έσπειρε τον όλεθρο στις 6 Αυγούστου στη Χιροσίμα. Στις 9 Αυγούστου 1945, στο Ναγκασάκι ρίχθηκε η δεύτερη πυρηνική βόμβα της Ιστορίας, μία βόμβα πλουτωνίου, που κατέστρεψε το βόρειο τμήμα της πόλεως και σκότωσε άμεσα γύρω στους 40.000 ανθρώπους. Σύμφωνα με στατιστικές, ο τελικός απολογισμός ήταν 73.884 νεκροί, 74.909 τραυματίες και 120.820 ασθενείς (που προσβλήθηκαν από τη ραδιενέργεια).

        Ο Οπενχάιμερ, αργότερα αντιτάχθηκε στην απόφαση της πανίσχυρης «Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας» για κατασκευή και βόμβας υδρογόνου. Λίγο αργά. Από τότε το πυρηνικό οπλοστάσιο είναι χιλιάδες φορές πιο καταστροφικό και αποτελεί μια μόνιμη απειλή για όλο τον πλανήτη. Το “γιατί” συνεχίζεται αυτή η παρανοϊκή πορεία του ανθρώπου προς τον όλεθρο έχει απαντηθεί δύο περίπου αιώνες πριν από τον Καρλ Μαρξ (1818 – 1883). Καταγγέλλοντας το κεφάλαιο που από τη φύση του διψά για να αυγατίσει τα κέρδη του έλεγε: “Το κεφάλαιο τρέμει την απουσία κέρδους. Όταν οσμίζεται ένα σημαντικό όφελος, γίνεται παράτολμο. Με κέρδος 20% ενθουσιάζεται, με 50% αποθρασύνεται, με 100% καταπατά όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και με 300% δε διστάζει μπροστά σε κανένα έγκλημα”. Η ιστορία απέδειξε την τραγική αυτή αλήθεια.

 

Γράμμα στον Ρομπερτ Οπενχάιμερ

(Αποσπάσματα)

Φίλε Οπενχάιμερ,
λάβαμε
τις τελευταίες ειδήσεις σας.
Φορτωμένα τις μέρες αυτές, τα ερτζιανά κι οι ασύρματοι
πάνε και φέρνουν, σ’ όλο τον κόσμο, τη σιωπή και τη θλίψη σας.
Και μεις, άνθρωποι απλοί, όπως κάνουμε πάντοτε,
γνωρίζοντας πως ο πόνος κατοικείται από το Θεό,
σηκωθήκαμε ορθοί και κρατήσαμε
σιγή πέντε λεπτών μπρος στη θλίψη σας,
με σκυμμένα τα πρόσωπα
και σταυρωμένα τα χέρια μας.
Αλλά, φίλε Οπενχάιμερ, όχι
δεν προσθέσατε τίποτα στην καρδιά μας. Η πράξη σας
έμεινε πράξη. Η σελίδα σας έκλεισε.
Τα’ ανάλαφρο σαν αστέρι όνομά σας
έγινε στάχτη στη Χιροσίμα.
Σε τι θα ωφελούσε ν’ αφήσουμε τώρα
την καρδιά μας αδέσποτη κάτω απ’ τα δάκρυά σας;
Σε τι θα ωφελούσε να κάτσουμε δίπλα σας
αντίκρυ στο σύμπαν; Σας παραδίνουμε στη
μακροθυμία των αιώνων κι ευχόμαστε
ν’ αξιωθείτε τη χάρη της.
.......
Εμείς, άνθρωποι απλοί, που ο Θεός μας γυρίζει τα φύλλα
των ημερών,
που λογαριάζουμε τη ζωή μας με την ανατολή του ήλιου,
που υπογράφουμε στην καθαρή μας καρδιά
τα πεπραγμένα μας με τη δύση του,
που αγαπάμε το χώμα και το σύννεφο του ουρανού,
γιατί μαζί με τον άνεμο και την παρεμβολή του φωτός,
μεγαλώνουν τα στάχια στο μικρό μας ορίζοντα,
σας εγκαλούμε: Εν ονόματι
της χρυσής άμμου των ουρανών
και της πανσπερμίας του πλανήτη μας
σας εγκαλούμε: Ακούστε μας!
Δεν έτυχε, φίλε Οπενχάιμερ, ποτέ, να σκεφθείτε με πόσα
δάκρυα φτιαχτήκαν οι κήποι του κόσμου;
Δεν είχατε δάχτυλα να μετρήσετε;
Δεν σας φτάναν οι αριθμοί για την εξίσωση της αλήθειας;
Ποτέ δεν σταθήκατε, μόνος προς μόνον, αντίκρυ στα μάτια μας
κι αντίκρυ στο θαύμα του χεριού τ’ αδερφού σας;
Πώς σας διέφυγε,
φίλε Οπενχάιμερ,
–ένα σύνολο από
μικρά και μεγάλα
θαύματα– ο άνθρωπος;
........

«Ρομπέρτ Οπενχάιμερ!»
Δεν έχετε ούτε τη δύναμη
να φωνάξετε παρών;
Σήκω πάνω κατηγορούμενε!
Ρομπέρτ Οπενχάιμερ!
Δεν κρίνεσαι. Κρίθηκες.
Καταδικάστηκες τελεσίδικα:
Να κρίνεσαι πάντοτε, υπόδικος ως
το τελευταίο λυκόφως.
Ολόρθος απάνω
στη μοιραία σου πέτρα, έκπτωτε βασιλιά, στο μεγάλο
σταυροδρόμι του λάθους σου, κοίταξε: έχεις
δεξιά σου τον άνθρωπο, ζερβά σου τον ήλιο. Ενώπιος
ενωπίω, προς όλα τα σημεία της γης,
κοίταξέ με στα μάτια, μη σκύβεις το πρόσωπο.
......

Προσέξτε με, όχι, είμαι αυτός που επέζησε, φίλε Οπενχάιμερ!
Τα χέρια μου και τα πόδια μου τα ’χω ξεθάψει απ’ τη Χιροσίμα.
Τα χείλη μου γίνηκαν σκόνη και πέσανε.
Μόνο το στόμα μου έμεινε ν’ ανοιγοκλείνει.
Τ’ άσπρο μου σαν ασβεστωμένο πρόσωπο,
δε μπορεί πια να κλάψει, να γελάσει, να ’χει ένα όνομα.
Δε μπορεί πια, Ρομπέρτ! Κοιταξέ με καλύτερα.
Δυσκολεύεσαι ακόμη; Ρομπέρτ, δε με γνώρισες; Ο αδελφός σου
Ρομπέρτ! Είμαι εγώ, ο αδελφός σας,
.......

Φίλε Οπενχάιμερ! Φίλε Οπενχάιμερ!
Μην κλείνετε τα παράθυρα.
Άτυχε Προμηθέα, που σου ’κλεψαν το φως από τα χέρια σου
και διάλεξες το βράχο μόνος σου!
.......

Η Αγία τράπεζα
της Επιστήμης σκεπασμένη κάτω από το μέλλον
μ’ ένα μακρύ κατάμαυρο πανί κι εσείς, πεσμένος,
με σωριασμένο πάνω της το πρόσωπό σας,
κλαίτε κι ονειρευόσαστε να μην είχατε γεννηθεί,
ενώ το στήθος σας φέγγει (μυριάδες κεριά,
του κάκου στο βάθος σας προσπαθούν να φωτίσουν
........

Φίλε Οπενχάιμερ, όχι πια, δε θα σε βασανίσω περισσότερο.
Αν μπορείς να κοιμηθείς , κοιμήσου .
Αν μπορείς να κοιτάξεις τον ήλιο, κοίταξέ τον.
Αν σου δροσίζουνε τα’ αστέρια την ψυχή,
δεν είμαι αυτός που θα σταθεί μπροστά τους.
(Κι αυτή η φωνή μου θα χαθεί. Κανένας δεν ξέρει).
Όταν δεν θα ’μαστε πια παρά σκόνη στις ρίζες των λωτών
κι ανθάκια στις πορτοκαλιές της Καλιφόρνιας
και της Σπάρτης
ίσως άλλα πουλιά να κελαϊδήσουν και για μας φθόγγους
συγγνώμης
ίσως να μη βαρύνουν μ’ ασήκωτες πέτρες.
Αν σας έμεινε χώρος ν’ αναπαυθείτε, ξαπλώστε.
Αν μπορείτε να δέχεσθε τον αγέρα χωρίς να ’χετε τίποτα
δώσει σε τούτη τη γη,
ανοίχτε το παράθυρό σας ν’ ανασάνετε.
Ανάφτε την πίπα σας και καθίστε.
Μόνος σας, πρόσωπο με πρόσωπο, κριθείτε με το σύμπαν.
Όσο χτυπά η καρδιά σας, μείνετε, μείνετε έτσι ακόμα,
κλαίγοντας και κοιτάζοντας απάνω σας αυτούς
τους θεαματικούς ορίζοντες που άλλοι θα τους ανέβουν,
σε κάθε σκαλοπάτι δίνοντας το χέρι τους και στους άλλους,
έτσι που ν’ ανεβαίνουν ανεβάζοντας,
χτενίζοντας τα στάχυα με λαμπερές αχτίνες,
σ’ έναν κόσμο γιομάτον από τραγούδια κι αστροφεγγιές.

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση