poihmata top banner 2019


 

Τίτλος

 Δικιά σας η Πατρίδα μα τίποτα δικό σας

Δημιουργός

 Κώστας Βάρναλης

Δυο λόγια

 

 socrates ImageFREE

Η αληθινή απολογία του Σωκράτη μπορούμε να πούμε, ότι αποτελεί την πιο χαρούμενη καταδίκη κάθε ταξικού καθεστώτος. Mέσα από ένα παιχνίδι διαλεκτικής ο Βάρναλης, καθώς θέλει να μας πάει πέρα από την τρέχουσα πραγματικότητα, εκεί όπου είναι νομοτελειακά βέβαιο ότι θα φτάσει κάποια στιγμή ο κόσμος μας, παίρνει έτοιμο το θέμα από την ιστορία και το γεμίζει με σύγχρονο περιεχόμενο. Άριστος κλασσικός φιλόλογος και βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, του πολιτισμού και της κοσμοαντίληψης του αρχαίου κόσμου “συνομιλώντας” με κείμενα του Πλάτωνα και αξιοποιώντας την μαρξιστική αρχή περί ανατροπής και όχι απλής επιδιόρθωσης χτυπάει ανελέητα την κυρίαρχη ιδεολογία, τις κούφιες αξίες, τους θεσμούς και νόμους όχι μόνο της δουλοχτητικής κοινωνίας του τότε αλλά και του σαπισμένου αστικού κόσμου της κοινωνικής αδικίας και εκμετάλλευσης του σήμερα. Συγχρόνως, αναδεικνύει τη διαφορετικότητα και ανωτερότητα της κοινωνίας του αύριο,αυτής που θα κτιστεί με την πάλη των μαχόμενων ανθρώπων μετά το γκρέμισμα όλων των σκοταδιστικών καθεστώτων και των ξεπερασμένων ιστορικά τάξεων. Στόχος, ο μόνιμος και παντοτινός στόχος της ανθρωπότητας, η ελευθερία και η ευτυχία του ανθρώπου.

Βιβλίο, που έχει πάρει τη θέση του στα κλασσικά έργα της παγκόσμιας επαναστατικής λογοτεχνίας, δεν κλείνει στις σελίδες του την άρνηση μόνο μιας εποχής και μιας κοινωνίας, αλλά καθώς είναι εσαεί επίκαιρο, διατρανώνει την καταδίκη όλων των εκμεταλλευτικών κοινωνιών που υπήρξαν και θα υπάρξουν έως την ανατολή του νέου κόσμου της ισότητας και της αληθινής ελευθερίας . Η Απολογία ,που κάθε άλλο παρά απολογία είναι, αποτελεί ένα δριμύ “κατηγορώ” προς το διεφθαρμένο κυρίαρχο σύστημα, προς την τυφλή δικαιοσύνη,προς τους άρχοντες που δυναστεύουν το λαό, τη θρησκοληψία και το φανατισμό, την υποταγμένη διανόηση αλλά και προς τον ίδιο το λαό για την παθητικότητα και τη μοιρολατρία του. Απολογία-καταγγελία, ίδια μ΄ εκείνη που απευθύνει ο κάθε αγωνιστής απέναντι στο καθεστώς της ταξικής υποκρισίας. Ο Βάρναλης δεν περιορίζεται όμως στον καταγγελτικό λόγο. Η Απολογία του, καθώς αποτείνεται στης “γης τους κολασμένους”, δούλους κι ελεύθερους φτωχούς, για να τους δώσει το μήνυμα της απελευθέρωσης από τα δεσμά αιώνων, γίνεται συγχρόνως κήρυγμα για πόλεμο και αντίσταση, ένα κανονικό επαναστατικό μανιφέστο. Το παλιό, λέει, μπορεί να καταλυθεί, το ιστορικό γίγνεσθαι δεν είναι αυθαίρετο και σκοτεινό, καθοδηγούμενο από εξωγήινες και αυθαίρετες δυνάμεις αλλά καρπός της ιστορικής εξέλιξης και της επαναστατικής ορμής των μαζών. Ο λόγος του γκρεμιστής και πλάστης, οργισμένος και αμείλικτος ξετινάζει κάθε παθογένεια και αθλιότητα με λέξεις φωτιά, που μαστιγώνουν αλύπητα την εξουσία. Και δεν αρέσει σαν ένας ωραίος ρητορικός λόγος. Δεν ενθουσιάζει μόνο. Ανακουφίζει και δίνει δύναμη κι ελπίδα σε όσους κουράστηκαν να πνίγουν την αηδία τους μπροστά σε μια επίφαση δημοκρατίας, στην “μασκαρεμένη τυραννία”, όπως σωστά γράφει ο συγγραφέας, την οποία δημιούργησαν κι επέβαλαν οι δυνατοί και ανέχονται οι δειλοί και οι εθελόδουλοι. Ο σαρκασμός πολύς, το σκώμμα οξύτατο και ευφυέστατο και η αλήθεια που βγαίνει μέσα από μια σατυρική κραιπάλη κεφιού, χαράς και πληθωρικού γέλιου διασκεδάζει και διδάσκει.

Αυτή την αλήθεια μας τη δίνει ο ίδιος ο Βάρναλης στον πρόλογο της πέμπτης έκδοσης της Απολογίας του: “Μερικοί παρεξηγήσανε το σκοπό και το πνεύμα του έργου. Νομίσανε πως μ΄ αυτό χλευάζεται η αρχαία Ελλάδα κι ο μεγάλος φιλόσοφος Σωκράτης. Λάθος. Η Ελλάδα της παρακμής και ο θεωρητικός της αντίδρασης χρησιμέψανε για πρόσχημα προκειμένου να χτυπηθεί η παρακμή και η αντίδραση της εποχής μας. Το Σωκράτη, το τέκνο του λαού, που στάθηκε εχθρός του λαού και καταφρονητής της δημοκρατίας, τον κατηγορήσανε τρεις, αλλά τον καταδίκασε ο λαός. Το δικαστήριο της Ηλιαίας με τα πεντακόσια μέλη το ήταν δικαστήριο λαϊκό. Αλλά γιατί τον καταδίκασε ο λαός; Όταν ο Θρασύβουλος με τους φυγάδες δημοκρατικούς λεφτέρωσε την Πατρίδα και παλινόρθωσε την κυριαρχία του λαού, οι Παθοί δεν μπορούσαν να ξεχάσουν τα εγκλήματα των Τριάντα Τυράννων και μισούσαν και φοβόντουσαν τους εχθρούς της δημοκρατίας κι ένας από αυτούς κι απ΄ τους σημαντικότερους ήταν κι ο Σωκράτης, ο δάσκαλος των προδοτών Αλκιβιάδη και Κριτία. Αλλά αυτά τα ιστορικά δεν είναι θέμα του βιβλίου. Η πρωτοτυπία του είναι ετούτη: ο Σωκράτης ο ίδιος αναγνωρίζει τα λάθη και τις ζημιές της διδασκαλίας του. Κι αφού κοροϊδέψει τους δημοκρατικούς της δουλοχτησίας, πάει πιο μπροστά απ΄ αυτούς και γίνεται κήρυκας της πανανθρώπινης λευτεριάς.”

Η Αθηναϊκή δημοκρατία της εποχής του Σωκράτη πρέπει να θυμηθούμε, πως ήταν μια σκληρά ταξική κοινωνία, όπου ο δουλοχτήτης ήταν ιδιοχτήτης των μέσων παραγωγής, των πρώτων υλών καθώς και της ίδιας της παραγωγικής δύναμης, που ήταν ο δούλος. Οι δούλοι, που αποτελούσαν και τη μεγαλύτερη και πολυπληθέστερη τάξη δεν είχαν κανένα απολύτως δικαίωμα. Θεωρούνταν απλά “σώμα” και ο Πλάτωνας μάλιστα τους αποκαλούσε “είδος ζώου”, επισημαίνοντας ότι όλες οι φροντίδες που αποβλέπουν στην ικανοποίηση των αναγκών του σώματος είναι απασχόληση δούλου και ότι ο ελεύθερος πολίτης πρέπει να ασχολείται μόνο με την εξύψωση των πνευματικών και σωματικών του δυνάμεων, που θα τις βάζει στην υπηρεσία της πολιτείας, δηλαδή του δουλοχτητικού καθεστώτος. Πλάι όμως στην εργασία των δούλων υπήρχε και η εργασία πολλών φτωχών ελεύθερων, που επιβίωναν από την εξάσκηση “ταπεινών” επαγγελμάτων και ζούσαν “στους λαϊκούς μαχαλάδες της Αθήνας και στα βρωμοχώρια της Αττικής σε σκοτεινά χαμόσπιτα γεμάτα κοριούς και χτίκιασμα” . Αυτοί, ελεύθεροι μόνο κατ΄ όνομα με περιορισμένα κατ΄ ανάγκη δικαιώματα, καταπιεσμένοι και εξαρτημένοι, δεν ήταν στην πραγματικότητα ισότιμοι δουλοχτήτες-πολίτες. Ο Πλάτωνας στην “Πολιτεία” του μας πληροφορεί για το θέμα από τη μεριά πάντα των ταξικά κυρίαρχων: οι φτωχοί..“ κάθονται στην πόλη οπλισμένοι με κεντριά, βουτηγμένοι στα χρέη, άλλοι χωρίς πολιτικά δικαιώματα και άλλοι χτυπημένοι και από τα δύο κακά. Μισούν και συνωμοτούν εναντίον όλων και ονειρεύονται εξεγέρσεις” Και πιο περιεκτικός ακόμα αναφέρει σε άλλο σημείο: “Κάθε πόλη όσο κι αν είναι μικρή αποτελούνταν πάντοτε από δυο εχθρικές πόλεις : η μια είναι η πόλη των φτωχών και η άλλη των πλουσίων” . Καταραμένο λαό έλεγαν οι άρχοντες της Αθήνας τους φτωχούς και καταπιεσμένους. Ύστερα μάλιστα από τον Πελοποννησιακό πόλεμο, η Αθηναϊκή δημοκρατία μπαίνει σε φάση παρακμής παρουσιάζοντας σοβαρές κοινωνικές διαφοροποιήσεις και αλλαγές αξιών και ιδανικών. Ελεύθεροι αγρότες χάνουν τη γη τους, πολίτες που αιχμαλωτίζονται στον πόλεμο μετατρέπονται σε δούλους, αριστοκράτες ξεπέφτουν και κατρακυλούν στη φτώχεια. Η πόλη χάνει σιγά σιγά και σταθερά την παλιά της λάμψη και οι ελεύθεροι πολίτες γίνονται μια μάζα άβουλη, ένα πλήθος αλλοτριωμένων και ευτελισμένων που τους έχουν κλέψει βούληση και συνείδηση .

Σ΄ αυτούς απευθύνεται ο βαρναλικός Σωκράτης. Στους δούλους και στη φτωχολογιά των τύποις ελεύθερων πολιτών, που δέχονταν κοινή εκμετάλλευση και κοινή καταπίεση από τα ίδια αφεντικά. Που είχαν κοινό αγώνα για ένα πιάτο φαΐ, κοινή αγωνία και φόβο για τη μέρα που ξημερώνει και κοινή τύχη καθώς το μόνο εύκολο ήταν ο φτωχός να γίνει δούλος. Όσο βάθαινε η κρίση και η παρακμή του δουλοκτητικού συστήματος τόσο και πιο αβέβαιη γινόταν η κοινωνική θέση καθενός και άδηλο το μέλλον για τους πολλούς και τους αδύνατους. Σ΄ αυτούς λοιπόν “ τους έσχατους”, που πάνω τους όμως στήριζαν οι πρώτοι και οι “άριστοι” το βιος τους, το μεγαλείο και τη δόξα τους μιλάει όχι ο παλιός πλατωνικός, “πειθαρχημένος΄” στους άδικους νόμους Σωκράτης, αλλά ο ξαναγεννημένος, ο επαναστάτης Σωκράτης και τους καλεί να νοιώσουν τη δύναμή τους, να ενωθούν δούλοι κι αδικημένοι λέφτεροι και να κάνουν “κουρνιαχτό ολάκερη τη δημοκρατία των αρίστων.”

Ο Βάρναλης δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες, που επικρατούσαν την εποχή του Σωκράτη καθώς και στην παθογένεια της Αθηναϊκής Δημοκρατίας προκειμένου να καταγγείλει τη σύγχρονη δημοκρατία του ιδιώνυμου και των διάφορων στρατιωτικών κινημάτων, που είχαν όπως και τότε ευτελίσει την έννοια του πολίτη και είχαν διαφθείρει το δημόσιο βίο της χώρας προετοιμάζοντας τη διχτατορία της 4ης Αυγούστου. Θέλει να σατιρίσει τη νεοελληνική αθλιότητα, να καυτηριάσει την Ελλάδα της αντίδρασης και της ιδεολογικής αλλοτρίωσης των μαζών, της κοινής γνώμης του κοπαδιού, των προδομένων Ελλήνων, θυμάτων της κυρίαρχης ιδεολογίας. Για το Βάρναλη όπως και η Αθηναϊκή Δημοκρατία της παρακμής, για την οποία ο δικαζόμενος Σωκράτης έλεγε στους δικαστές του: Δικάζετε και θανατώνετε και με το θάνατο το δικό μου θέλετε να φοβίσετε τους άλλους, γιατί “ η δημοκρατία σας δε στέκεται καλά στα πόδια της”, έτσι και η σύγχρονη αστική δημοκρατία είναι μια φενακισμένη, μια κατ΄ επίφαση δημοκρατία, που πρέπει να ανατραπεί .

Ακόμα ο μεγάλος δάσκαλος και στοχαστής και πάνω απ όλα οδηγητής των πόθων και καημών του ανθρώπου, που αιώνες ολόκληρους από την εποχή της Αθήνας του Σωκράτη και πολύ παλιότερα και μέχρι σήμερα είναι δεμένος στο άρμα των ισχυρών, δούλος στο “ του κρείτονος συμφέρον”, μας θυμίζει κάτι ακόμα πιο σημαντικό. Ότι το δουλοχτητικό σύστημα δε το σάρωσε κάποια μεγάλη επανάσταση, δεν το γκρέμισαν οι λαοί με τη μαχητική ορμή τους παρά ξεπερασμένο και γερασμένο σάπιζε, πυορροούσε αιώνες, Ταυτοκαταστρεφόταν με οδυνηρό τρόπο και με ανυπολόγιστες συμφορές σε βάρος του ανθρώπινου γένους. Γι αυτό και προτείνει στις απελευθερωτικές δυνάμεις του σήμερα το πολύ απλό και κρυστάλλινα λογικό. Αυτό, που διδάσκει η ιστορική πείρα και είναι αντικειμενικά ώριμο, ότι δηλαδή η επανάσταση αποτελεί τον μόνο ανθρωπιστικό τρόπο για το γκρέμισμα ενός ιστορικά καταδικασμένου κοινωνικού συστήματος.

Ο συγγραφέας της Απολογίας διώχθηκε αλύπητα, αφορίστηκε, φυλακίστηκε, εξορίστηκε ως επικίνδυνος για την τάξη και ασφάλεια των “κρειτόνων”. Το έργο του μπήκε στους μαύρους καταλόγους των απαγορευμένων βιβλίων και ο “ Σωκράτης” του, ο μέγας σαρκαστής των Νόμων τους και της Δημοκρατίας τους, με τα μηνύματά του έγινε βραχνάς και εφιάλτης στον ύπνο τους. Αλλά αν ο δάσκαλος με τη ζωή του, που ήταν μια ανταρσία, μια σύγκρουση ελεύθερου ανθρώπου με την ψευτιά, την υποκρισία, τη σύμβαση, τη βία και την αδικία και με το έργο του, που είναι γροθιά και κραυγή “εισάγει καινά δαιμόνια” που αμφισβητούν και μάχονται την εξουσία των κάθε φορά ισχυρών, για μας είναι “το φως που καίει” και μας οδηγεί με μια πορεία ακράτητη προς τα μπρος, προς το μέλλον του ελεύθερου και ευτυχισμένου ανθρώπου.

 

Αποστάσματα από την ¨Αληθινή Απολογία του Σωκράτη¨ του Κώστα Βάρναλη

 

Όταν ο Περικλής μας έλεγε πως η δύναμη και η καλοπέραση της πολιτείας είναι σωτηρία (καλοπέραση και δύναμη) των δυστυχισμένων, δεν ήθελα να παραδεχτώ πως κορόιδευε. Τί εννοούσε λέγοντας πολιτεία; Όλους μας; Όχι βέβαια. Αν όλοι μας εφτυχούμε, δεν έχει κανένας ανάγκη να σωθεί. Εννοούσε καθαρά τους λίγους παραλήδες και πολιτικούς. Μ΄ ένα λόγο τους έξυπνους. Όταν εκείνοι τρώνε, χορταίνουμε εμείς. Κι όταν αυτοί θησαυρίζουνε, εμείς πλουταίνουμε. Κι όταν εκείνοι δε γίνονται πλουσιότεροι φτωχαίνουμε εμείς περισσότερο. Κι όταν εκεινών η περιουσία βρίσκεται σε κίνδυνο, χάνουμε εμείς τον ύπνο μας! Ο πρώτος βλέπετε πολιτικός και παραλής της Αθήνας ύψωνε χωρίς ντροπή μπροστά στα μάτια του φλομωμένου πλήθους την ατιμία των ολίγων σε χρέος, μεγαλείο και δόξα των πολλών, της Πατρίδας! Είτανε πόλεμος τότε κι έπρεπε να δώσουμε τη ζωή μας για “τους αρίστους”, αν θέλαμε να σώσουμε την πείνα μας την παντοτεινή και τον ύπνο μας τον μακάριο, για να τον κάνουμε αιώνιο! Καταλάβατε; Και βέβαια! ...................................................................................................
Θα πήγαινα, που λέτε, στους λαϊκούς μαχαλάδες της Αθήνας. Θα κατέβαινα στα σκοτεινά χαμόσπιτα, γεμάτα κοριούς και χτίκιασμα, θα μπαινα στα μικρομάγαζα της φτωχολογιάς, στα καρβουνιάρικα του λιμανιού, γιομάτα λέρα και βόχα. Και θά λεγα: “Λέφτεροι πολίτες! Αφτός ο τόπος κι αν ακόμα βρισκότανε στη Σκυθία, όπου σπάνια ξεμυτίζει ο ήλιος ανάμεσα από μαύρα σύννεφα και πάνω σ άλιωτα χιόνια, πάλι θάτανε ο καλύτερος απ΄ όλους, γιατί το θέλει η καρδιά σας. Είναι η Πατρίδα. Δικιά σας η πατρίδα, μα τίποτα δικό σας μέσα σ αφτήνε: χωράφια και παλάτια, καράβια και χρήμα, θεοί κι εξουσία, σκέψη και θέληση- όλα ξένα! Λιγοστοί σας έχετε τόσο μέρος, όσο να τρυπώνετε ζωντανοί και να θάβεστε πεθαμένοι και τόση λεφτεριά, όσο να κάνετε τη φυσική σας ανάγκη στη ρεματιά, όταν δε σας βλέπει χωροφύλακας... Κι όταν βυθίζετε το μάτι σας πέρα στο γαλάζιο πέλαγος, όπου πάνε κι έρχονται καΐκια και φρεγάδες κουβαλώντας από το στόμα του Νείλου κι απ τον Κιμμέριο Βόσπορο κι απ΄ τις Ηράκλειες στήλες σιτάρι, χάλκωμα, μετάξι και γυναίκες, περηφανεύεστε πως είναι δικά σας, γατί είναι “εθνικά” . Και κανένας δε συλλογάται πως όλα τ΄αγαθά μαζεύονται σε λίγα χέρια. Όχι μονάχα τίποτα δικό σας γύρα, μα κι όλος ο εαφτός σας και η ψυχή σας είναι δικά τους.
Ύστερα θα πήγαινα στα νταμάρια της Πεντέλης, στις μίνες του Δασκαλειού και του Λάβριου, στις φάμπρικες που φκιάνουνε σκουτάρια και λουρίκια του πολέμου, στους δούλους! Θα κατέβαινα στ΄αμπάρια των καραβιών, όπου χιλιάδες σκεβρωμένοι κωπηλάτες ( άσπρα μαλλιά, μέτωπα καμένα με το πυρωμένο σίδερο) βροντάνε ρυθμικά τους χαλκάδες τους και ξεφωνίζουν από τα χτυπήματα του βούρδουλα σαν τύχει και λιγοθυμίσουνε από την κούραση.....Και θα τους έλεγα: “Θρακιώτες, Ασιάτες, Αφρικανοί και Σκύθες και Ρωμιοί! Οικέτες, θεράποντες, επιστάτες, παιδαγωγοί. Σκλάβοι δημόσιοι και σκλάβοι ιδιωτικοί. Η ξετσίπωτη φιλοσοφία δασκαλεύει πως είσαστε γεννημένοι σκλάβοι. Μα μήτε οι θεοί μήτε κι η φύση διατάξανε το σπέρμα του πατέρα σας να σας γεννήσει τέτοιους. Η τύχη σας έκανε και η συνήθεια σας αποτέλειωσε. Είσαστε σκλάβοι εσείς για να μαστε εμείς οι λέφτεροι. Σηκώστε το κεφάλι και κοιτάχτε τον ανοιξιάτικο ουρανό. Έχετε ξεχάσει το βάθος και το χρώμα του. Στην πατρίδα σας όμοια γελάνε τ΄ ακρογιάλια κι αστροβολάνε κάμποι και ήλιος. Κάποτες είσαστε και σεις λέφτεροι κι άδικοι, για να γίνετ΄ εδώ σκλάβοι κι αδικημένοι. Είσαστε το μεγάλο ψυχομέτρι. Νιώστε τη δύναμή σας κι ενωθείτε με τους αδικημένους λέφτερους. Να σηκώσετε μοναχά τα σφυριά, τα δρεπάνια, τα πελέκια, τα κρικέλια σας και θα γίνει κουρνιαχτός ολάκερη η δημοκρατία “ των αρίστων”. Να τους πάρετε τα αγαθά και να τους βάνετε να δουλεύουνε για να τρώνε. - “Και να καθόμαστε εμείς” θ απαντούσανε μερικοί μαθημένοι να σέρνονται σα ραγιάδες στην κοιλιά μπροστά στους δυνατούς και να ξεκοιλιάζουνε τους αδύνατους. -Όχι, θα φώναζα εγώ, “Θα δουλεύουνε κι αφτοί και σεις. Κοινή δουλειά, κοινά τ΄ αγαθά κι η λεφτεριά..” - Αμ τότες ας λείπει τέτοια λεφτεριά. Δε μας κάνει..” - “Μην πειράζεστε! Σαν έρθει εκείνη η ώρα, θα μπείτε σε δρόμο να γίνετε ανθρώποι. Να λυτρώσετε, θέλοντας και μη το σώμα σας, την ψυχή σας και το πνεύμα σας” “Ποιοι μωρέ θα μας βάλουνε σε δρόμο;” πάλι θα ξεφωνούσανε. - “Οι Σκύθες!”

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση