poihmata top banner 2019


 

Τίτλος

Σύντροφε Μάνο, κρητικόπουλο, Ερωτόκριτέ μας

Δημιουργός

 Γιάννης Ρίτσος

Για το δημιουργό  Ένας τόπος, ένας λαός, ένας ποιητή

katrakis ImgF

 

Σαν σήμερα παραμονή της Παναγιάς το 1908 ηταν που ήρθε στη ζωή ο μέγιστος Μάνος Κατράκης . "Στην Κρήτη γεννήθηκα, στον Κίσσαμο (...) Περάσαμε πάρα πολύ δύσκολα τα πρώτα χρόνια με τη μάνα μου και τις τρεις αδερφές μου»... αφηγείται ο ίδιος.
        Στα πενήντα χρόνια ακούραστης προσφοράς στην τέχνη του που τόσο αγάπησε και σε εκδήλωση που οργάνωσε ο σκηνοθέτης Γιάννης Ιορδανίδης το 1981 στο Παρίσι προς τιμήν του, ο μεγάλος ηθοποιός συγκινημένος και μιλώντας από καρδιάς είπε απευθυνόμενος στους παρευρισκόμενους :
"Και να γνώριζα τη γλώσσα του Ρακίνα και του Μολιέρου πάλι θα σας μίλαγα ελληνικά. Δεν θέλω τίποτα να ψευτίσει τη συγκίνησή μου και την ευγνωμοσύνη μου για την τιμή που μου κάνετε. Γι' αυτό χρησιμοποιώ τις λέξεις της γλώσσας μου που ταυτίζονται με την ψυχή μου. Είναι λέξεις που κρύβουν μέσα τους την
καθαρότητα του ελληνικού ουρανού και του ασίγαστου πόντου. Εσείς τιμάτε τα 50 χρόνια της καλλιτεχνικής μου δραστηριότητας. Σας ευχαριστώ. Εγώ όμως θέλω να σας πω ποιος είμαι. Θέλω να με γνωρίσετε σωστά. Θέλω να σας πω πως γεννήθηκα στην Κρήτη. Μεγάλωσα ξυπόλητο παιδί στις αμμουδιές της πατρίδας μου, που έβαζα στ' αυτιά μου τα κοχύλια της θάλασσας να ακούσω τη βουή του ωκεανού. Δεν ήξερα να αποζητώ την ομορφιά, μα η ομορφιά ξεδιπλωνόταν ολόγυρά μου. Δεν ήξερα να αποζητώ τη λεβεντιά. Μα η λεβεντιά με συνέπαιρνε μέσα μου από τις ιστορίες του παππού μου. Αφήστε να παινέψω την πατρίδα μου. Το αξίζει. Έγινα ηθοποιός όπως θα μπορούσα να γίνω και σιδηρουργός.
Ήθελα να ξοδιάσω όσες δυνάμεις κρύβαν τα μπράτσα μου και η ψυχή μου»...

        Μ αυτά τα απλά λόγια τα γεμάτα σεμνότητα παρουσιάζει τον εαυτό του αυτός, που για μισό αιώνα και πάνω ποίησε ήθος τόσο με την τέχνη του όσο και με τη ζωή του. Αυτός, που ως πραγματικός Προμηθέας στη μεγάλη σκηνή του θεάτρου αλλά και της ταξικής πάλης, μισήθηκε, καταδιώχθηκε, βασανίστηκε από την εξουσία γιατί τον άνθρωπο αγάπησε πολύ. Αταλάντευτος στα πιστεύω του για το ρόλο της τέχνης ως αρωγός του ανθρώπου στο δρόμο για την εξανθρώπισή του, θεωρώντας το θέατρο παίδευση, σχολείο, τροφή της ψυχής και της ζωής, διάλεξε να υπηρετήσει τους υψηλούς του στόχους με ασίγαστη ένταση, με παθιασμένη αγάπη και αφοσίωση. Γι αυτόν η δημιουργία πάνω στο σανίδι ή πίσω από το φακό δεν ήταν μια απλή προσωπική ανάγκη έκφρασης αλλά μια γέφυρα για να επικοινωνήσει με τους απλούς ανθρώπους, τους κουρασμένους από τη βάσανο της βιοπάλης, για να τους δείξει μια άλλη ποιότητα ζωής που τους ανήκε κι έπρεπε να τη διεκδικήσουν. Καμμιά δυσκολία από την απλή βιοποριστική ανάγκη ως το κυνηγητό και τις απαγορεύσεις από το μετεμφυλιοπολεμικό καθεστώς δεν τον έκανε να χαμηλώσει τις απαιτήσεις από τον εαυτό του, να αδρανήσει ή να συμβιβαστεί με το ευκολότερο ή το εμπορικότερο. Μεγάλες, συγκλονιστικές ερμηνείς του στην αρχαία τραγωδία, στο κλασσικό αλλά και στο λαικό και νεοελληνικό ρεπερτόριο έμειναν σταθμοί στην υποκριτική τέχνη του ελληνικού θεάτρου.
        Αλλά και στην πρώτη γραμμή των αγώνων του λαού για λευτεριά και κοινωνική δικαιοσύνη δε χαμήλωσε το μπόι του, δεν κατεβασε τη σημαία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της μεγάλης τιμής να είναι κομμουνιστής. Εξορίστηκε στο Μακρονήσι, στον Αη-Στράτη, στην Ικαρία. Βασανίστηκε, εξευτελίστηκε, χλευάστηκε αλλά δε λύγισε, δεν υπέγραψε, δε δήλωσε κάτι που δεν ήταν, κάτι που δεν πίστευε. Ο διάλογος του αλφαμίτη βασανιστή της Μακρονήσου όταν περνούσε τον Κατράκη απ το λεπίδι των βασανιστηρίων γίνεται δηλωτικός του θάρρους και του μεγαλείου της συνείδησης αυτού του ανθρώπου, που χαίρεται να κάνει το χρέος του γιατί διατηρεί άρρηκτη την πίστη στο δίκιο του. «Γονάτισε, Κατράκη, αλλιώς θα πεθάνεις». «Οχι, ρε παιδιά, τέτοια χάρη δε σας την κάνω». «Τι παριστάνεις, ρε» - συνέχιζαν - «Τον Μαρίνο Κονταράτο»; «Οχι, ρε παιδιά, δεν παριστάνω τον Μαρίνο Κονταράτο, απλά τον άνθρωπο». Γιος του Ψηλορείτη αλλά και γιος μιας μάνας λεβέντισσας Κρητικιάς, της κυρά-Ειρήνης, που όταν πήγε να τον δει στη φυλακή, του μήνυσε : " Μην υπογράψεις, κερατά, μην υπογράψεις."
" Η ζωή άρχισε από τότε που μπήκα στο Κόμμα μου ", είχε πει ο ίδιος. «Διάλεξα να είμαι κομμουνιστής. Αισθάνομαι υπερηφάνεια για το κόμμα, για τις εκατοντάδες χιλιάδες τους συντρόφους, που αποτελούν τον κορμό του μεγάλου δέντρου του μέλλοντος. Από αυτό αντλούμε όλη τη δύναμη για την τελική δικαίωση των αγώνων και θυσιών του λαού μας. Από τη ζωοδότρα πηγή αυτού του λαού παίρνουμε εμείς οι καλλιτέχνες το υλικό, που το κάνουμε λόγο, εικόνα, ποίηση, μουσική, θέατρο και ό,τι άλλο βοηθά στην καλυτέρευση του νου και της ψυχής».
        Αυτός ήταν ο Μάνος Κατράκης, ο κορυφαίος ηθοποιός, ο αταλάντευτος αγωνιστής, ο συνειδητός κομμουνιστής, που έταξε τη ζωή του και την τέχνη του στο ιδανικό ενός κόσμου, όπου η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη, ο σοσιαλιστικός ανθρωπισμός θα είναι τα ιδανικά τέρματα της πορείας του ανθρώπου προς τα μπρος.

 

«Σύντροφε Μάνο,κρητικόπουλο, Ερωτόκριτέ μας,

άξιε γιε της Ρωμιοσύνης

Ερωτας είσαι και ομορφιά και λεβεντιά και αγάπη

στο μπόι σου παίρνει μέτρο η ανθρωπιά καιη τέχνη

μες στη φωνή σου ακέριος ο

λαός βρίσκει την πιο σωστή φωνή του

μες στη φωνή σου πέντε αηδόνια, τρεις

αητοί κι ένα λιοντάρι δένουν τη φιλία

του κόσμου.

Σύντροφε Μάνο εσένανε σου

πρέπουν αψηλόκορφοι ύμνοι σαν τον πάππο

σου τον ψηλορείτη λόγια τρανά για την

αντρειά σου και την τέχνη σου καθώς αυτά

στις ραψωδίες του Ομήρου όμως εγώ φτωχές

ακούω τις λέξεις μου μπροστά στην ελατόφυτη

καρδιά σου κι έτσι μονάχα δέκα στίχους σου

αφιέρωσα κι ένα μεγάλο “Γεια σου ορέ

ΛεβεντοΜάνο” ένα μεγάλο “Γεια>>

 

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση