Print

“Όταν το φως χορεύει μιλώ δίκαια” έγραφε ο Γ. Σεφέρης. Η φράση αυτή συνέδεσε την ποίηση του με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία σε μια έκθεση που τη χαρήκαμε στην Αθήνα στο ίδρυμα Θεοχαράκη και συνεχίζεται στο Τελλόγλειο της Θεσσαλονίκης.

        Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί κανείς να μιλάει δίκαια όταν το φως χορεύει, όπως έγραφε ο Σεφέρης.

otan to fos ImgL

Το βέβαιο είναι πως όταν το φως χορεύει, όταν το φως άπλετο φως χύνεται από παντού, μας δίνεται η ευκαιρία να διαβάσουμε καθαρότερα όχι μόνο τη δική μας αλήθεια αλλά και τις αλήθειες των άλλων. Να φωτιστούν οι δικές μας σκέψεις και ερμηνείες που δεν είναι καθόλου απαραίτητο να συμπίπτουν με αυτές του δημιουργού. Κάποτε μάλιστα, όσο περισσότερες και διαφορετικότερες είναι αυτές, τόσο και πιο σημαντικό, διαχρονικό και πολύπλευρο το έργο που έρχονται να συναντήσουν. Κι αυτό συνέβη με την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη που ενέπνευσε σημαντικούς εικαστικούς καλλιτέχνες να προβάλουν με δικά τους έργα τη δική τους άποψη πάνω στην ποίηση. Την άποψη αυτή άλλωστε υπέγραψε και ο ίδιος ο Γ. Σεφέρης απαντώντας στο ερώτημα, αν οι εικόνες που έφτιαξε ο Γ. Μόραλης ερμήνευαν σωστά τους στίχους από τους οποίους τους εμπνεύστηκε: “Η ερμηνεία κάθε έργου είναι η ερμηνεία του εαυτού μας, όχι εκείνου που το δημιούργησε, αλλά εκείνου που το διαβάζει, το βλέπει ή το ακούει”.

        Χωρίς να μας διαφεύγει ούτε στιγμή απ΄ το μυαλό αυτή η άποψη χαιρόμαστε καταξιωμένους και λιγότερο γνωστούς καλλιτέχνες να ταξιδεύει ο καθένας με το δικό του σκαρί στη θάλασσα της ποίησης του Σεφέρη.

        Γοητευόμαστε από τις “Τσιγγάνες” και τις “Λαϊκές ορχήστρες του Γ. Σικελιώτη.

        Ο “μαύρος λαμπερός ήλιος του καλοκαιριού” του Κ. Τσόκλη πατάει γερά πάνω στο στίχο από τα “Επιφάνια”: “Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν... 

         Με το “παλιό καΐκι στην Ιερισσό” εκφράζει ο Σ. Σόρογκας το στίχο από το “Θερινό Ηλιοστάσι Α'”: “Όλα τ' αλέθουν οι μυλόπετρες και γίνουνται άστρα. Παραμονή της μακρύτερης μέρας”. 

        Ο Α. Λεβίδης καταθέτει τη δική του ψυχή προσέχοντας την “Τελευταία μέρα” του Σεφέρη”: “Κι όμως ο θάνατος είναι κάτι που γίνεται. Πως πεθαίνει ένας άντρας; Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατό του, το δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή”.

        Εικόνες πλάι στους στίχους, φωτογραφίες που τράβηξε και αντικείμενα που ζωγράφισε ο ίδιος ο Γ. Σεφέρης, γλυπτά και σύγχρονες κατασκευές στήνουν ένα σκηνικό που μας παλινδρομεί απ' την ψυχή μας ως τις ψυχές των άλλων και τανάπαλι. Το απλό -αλλά καθόλου απλοϊκό- δίνει το χέρι στις σύγχρονες κατασκευές που για να γίνουν κατανοητές απαιτούν τεντωμένες τις κεραίες της προσοχής μας.

otan to fos 1

        Δεν προσπερνάμε επιπόλαια την κατασκευή “Ο γυρισμός του ξενιτεμένου” του Τριαντάφυλλου Βαΐτση (2019) εμπνευσμένη από το στίχο του Γ. Σεφέρη: “Πως θες να μπω σ' αυτή τη στάνη; Οι στέγες μου έρχουνται ως τους ώμους”. Με μια πρώτη ματιά σύρματα και κομματάκια λαμαρίνας κολλημένα το ένα μαζί με το άλλο δείχνουν άσχετα μεταξύ τους. Κι όμως, όταν το φως που βρίσκεται κάπου μακρυά πέφτει επάνω τους τα προβάλει στον τοίχο σχηματίζοντας μια σκιά που μοιάζει με σπίτι μέσα στο οποίο βρίσκεται ένας κουλουριασμένος άνθρωπος που ασφυκτιά.

otan to fos 2

 

         Και η κατασκευή αυτή λέει πολλές αλήθειες: Ο κουλουριασμένος άνθρωπος μοιάζει με έμβρυο. Ο άνθρωπος-ανθρωπότητα με άλλα λόγια βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της εμβρυακής, της “προ ανθρώπου εποχής”. Το σπίτι που τον περιβάλλει, η σκοτεινή φυλακή του, είναι τόσο μικρή, τόσο στενάχωρη, που λες πως έτσι και ξεδιπλώσει λιγάκι το μπόι του η φυλακή του θα γίνει συντρίμμια κι ο ίδιος θ΄ απελευθερωθεί. Προσέχουμε πως ανάμεσα στα υλικά της κατασκευής υπάρχουν κομμάτια σε σχήμα πρόβατου βαμμένα άσπρα, σα να μας λέει ο καλλιτέχνης, μη τα προσπεράστε τα, προσέξτε τα, η ανθρωπότητα κρύβει μέσα της την υποταγή και το σπίτι που τον καταπιέζει αποτελείται από σκουπίδια. Τι ποιο μεγάλη αλήθεια από αυτό; Μέσα από τα σκουπίδια του τρόπου ζωής, της απασχόλησης, της μάθησης, της ψυχαγωγίας, μέσα από το εμπόριο των σκουπιδιών της πολιτικής εξουσίας, θα γεννηθεί ο “νέος άνθρωπος”.

        Ο Γ. Σεφέρης, γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, υπηρετώντας με το επάγγελμά του την εξουσία της τάξης από την οποία προερχόταν, κάθε άλλο παρά εμφορούνταν από επαναστατική ιδεολογία. Καταφέρνει όμως μέσα από την τέχνη του να επικοινωνήσει με ό,τι πιο βαθύ και ουσιαστικό υπάρχει μέσα μας, να εκφράσει την κοινή αίσθηση ζωής και να κάνει την ποίησή του εργαλείο στα χέρια και άλλων καλλιτεχνών, που οραματίζονται τον εξανθρωπισμό του ανθρώπου σε ένα μέλλον που δε θα είναι πολύ μακρινό.