Print

Γ. Ρίτσος, «Καμμιὰ φορὰ ποὺ βραδιάζει...»


«...Καμμιὰ φορὰ ποὺ βραδυάζει, καὶ σηκώνουμε τὸ κεφάλι, []

εἶναι μιὰ μυγδαλιά ποὺ σεργιανάει σά νύφη στὸ περβόλι,

φωτάει μὲ τ’ ἄσπρα της λουλούδια τὸ πηγάδι, τὸ γουρούνι,

nixta dimitriou

φωτάει τὴ ροῦγα κ’ ἡ ροῦγα μεγαλώνει,

πιὸ πέρα φέγγει τὸ βουνό σὰ γυάλινο ποτήρι,

πιὸ πέρα ἡ θάλασσα, ποὔχει στὸν ἀργαλειό της χτένι τὸ φεγγάρι...»