Γ. Ρίτσος, «Καμμιὰ φορὰ ποὺ βραδιάζει...»
«...Καμμιὰ φορὰ ποὺ βραδυάζει, καὶ σηκώνουμε τὸ κεφάλι, []
εἶναι μιὰ μυγδαλιά ποὺ σεργιανάει σά νύφη στὸ περβόλι,
φωτάει μὲ τ’ ἄσπρα της λουλούδια τὸ πηγάδι, τὸ γουρούνι,

φωτάει τὴ ροῦγα κ’ ἡ ροῦγα μεγαλώνει,
πιὸ πέρα φέγγει τὸ βουνό σὰ γυάλινο ποτήρι,
πιὸ πέρα ἡ θάλασσα, ποὔχει στὸν ἀργαλειό της χτένι τὸ φεγγάρι...»



