texni-banner

 

Οι απόψεις που εκφράζονται στα άρθρα αποτελούν προσπάθεια προσέγγισης της αλήθειας. Παρατηρήσεις , υποδείξεις, συμπληρώσεις, και διορθώσεις, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν σ' αυτή την κατεύθυνση είναι ευπρόσδεκτες.

 


 

 “Μνημειώδες έργο του νεοελληνικού ποιητικού λόγου” , “πύργο ενός ελληνικού αλλά και παγκόσμιου οράματος ζωής, έρωτα, πόνου, θανάτου, ελπίδας,ανάστασης” “ποίημα-θεσμός, που εγγράφεται στην ιστορία των ιδεών, των λέξεων και των εικόνων σαν μια ουσιαστική και κυρίως δημιουργική πηγή” είναι μερικοί 

 

Γνωστός σε όλους. Καθένας θυμάται με διαφορετικό τρόπο το Γιάννη Τσαρούχη, που γεννήθηκε σαν σήμερα στις 13 Γενάρη 1910. Άλλοι τον θυμούνται για τις σκηνογραφίες και τα κοστούμια που σχεδίαζε για το θέατρο.

Αντώνη Δημητρίου

        Έτσι συμβαίνει με τα μεγάλα έργα τέχνης. Τα κοιτάζεις μια, τα κοιτάζεις δυο κι όσο περισσότερο τα κοιτάζεις, τόσο τα μάτια σου δε λένε να ξεκολλήσουν από πάνω τους. Τα μάτια κόβουν αμέριμνα βόλτες μέσα στις χρωματικές αρμονίες των λουλουδιών του Γιώργη Βαρλάμου.

          Σαν σήμερα 16 του Δεκέμβρη του 1974 στα ενενήντα του χρόνια πέθανε ο Κώστας Βάρναλης, ο επαναστάτης ποιητής, ο ποιητής- οδηγός των ανθρώπων του μόχθου στο χτίσιμο του δικού τους κόσμου.

 Μάθημα ζωής και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Από το σήμερα στο χθες και από τους χθεσινούς αγώνες του ανθρώπου στους σημερινούς. Από τους σημερινούς εξαθλιωμένους που ψάχνουν στους σκουπιδοτενεκέδες στους χθεσινούς εργάτες και μουζίκους που παίρνοντας δυναμικά

 

 “Αργοπεθαίνουμε” παρατηρεί ο Νερούντα, ενώ η ζωή είναι ένα ταξίδι με έπαθλο τη “θαυμάσια ευτυχία”. Πότε αργοπεθαίνουμε και πότε ζούμε; Πως και γιατί αργοπεθαίνουμε;

Τι να 'ναι άραγε μια ζωγραφιά; Ίσως είναι η προσπάθεια να αιχμαλωτίσει κανείς τη στιγμή που ταξιδεύει, που χάνεται, που βιάζεται να προσπεράσει το τώρα. Εκείνη τη στιγμή που κάτι σκιρτά στην ψυχή, κάτι που ακινητοποιεί το βλέμμα, το χρόνο, τη σκέψη, το αίσθημα, την πίστη, την ιδεολογία.kato chora DIOTI

Ίσως είναι η ανάγκη αυτός που ονειρεύτηκε τη ζωγραφιά πριν καν τη ζωγραφίσει να αποτυπώσει ένα μήνυμα, συνηθισμένο ή ασυνήθιστο, χαρούμενο και αισιόδοξο, ή θλιμμένο και βαρύ. Τι να 'ναι άραγε μια ζωγραφιά;

Πάντως όσο καλά σχεδιασμένη κι αν είναι η ζωγραφιά δεν είναι σχήμα. Όσο καλά χρωματισμένη κι αν είναι δεν είναι χρώμα. Το δυνατό σχέδιο και ο δυνατός χρωματισμός αποτυπώνουν τη δύναμη του ζωγράφου να εκφράζει σωστά το μήνυμά του. Πίσω και πριν από όλα αυτά βρίσκεται κρυμμένη μια φωτογραφία της σκέψης του και της ψυχής του.

Η Κάτω Χώρα είναι είναι ένα Ενετικό φρούριο στο Μυλοπόταμο Κυθήρων με ερειπωμένα σπίτια και εκκλησάκια χτισμένα στο γκρεμό. Ένα από αυτά είναι τόσο μικρό, χωμένο κυριολεκτικά στη γη, που μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τη στέγη του σαν κάθισμα για να ζωγραφίσει το απέναντι ξωκλήσι, το μονοπάτι με τα αγριόχορτα, το γκρεμό με τους πολύχρωμους θάμνους και κάπου μακρυά το πέλαγο, που ενώνεται με τον ουρανό. Ο ήλιος του καλοκαιριού ζεματάει και ο άνεμος καυτός σαρώνει κάθε λίγο και λιγάκι πινέλα, χρώματα και νερό. Βήμα-βήμα προχωράει η ζωγραφιά που παιδεύεται όχι μόνο από το χέρι αλλά και από συλλογισμούς και αισθήματα.

Κάποτε τελειώνει. Γι αυτόν που θα την αντικρύσει ίσως υπάρχει μόνο η συγκίνηση: “Μου αρέσει - δε μου αρέσει”. Για το ζωγράφο όμως υπάρχει κάτι βαθύτερο. Υπάρχει η επικοινωνία με τη ζωή που πέρασε. Υπάρχει κάτι ανάλογο με αυτό που έλεγε ο καθηγητής της αρχαιολογίας Γιώργος Χουρμουζιάδης για την ανασκαφή: Η ανασκαφή -έλεγε- δεν είναι να φέρουμε στο φως κάτι που θάφτηκε πριν χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι η καταγραφή, ούτε η αναστήλωση των ευρημάτων. Δεν είναι η συναρμολόγηση των σπαραγμάτων, ούτε η έκθεσή τους στο κοινό. Είναι κάτι πολύ πιο απλό και πιο βαθύ. Είναι η επικοινωνία μας με τους ανθρώπους που ζήσανε σ' αυτό το χώρο πριν από μας, η σύνδεση με την καθημερινότητά τους, την ικανότητά τους, τη σκέψη τους, τον τρόπο που λύνανε τα προβλήματά τους και εκφράζανε τα αισθήματά τους.

Ίσως να είναι κάτι τέτοιο και η ζωγραφιά στην “Κάτω Χώρα”. Δεν είναι ούτε χρώμα ούτε σχήμα. Είναι οι σκιές των ανθρώπων που κάποτε περάσανε από αυτό το χώρο. Όχι μόνο οι θεοσεβούμενες γυναίκες που ανάβανε το καντήλι και σταυροκοπιόντουσαν στο ξωκλήσι αλλά κι αυτοί που με κίνδυνο της ζωής τους το χτίζανε με πέτρα και με λάσπη κυριολεκτικά κρεμασμένοι στο γκρεμό. Αυτοί που αγιογραφήσανε με νερομπογιά τους τοίχους και τα βράχια και με αυγόχρωμα το ξύλο των φορητών εικόνων. Άλλοι σκυφτοί κι άλλοι Κυριακάτικοι, αγέρωχοι ή πονεμένοι, ερωτευμένοι ή με πετρωμένο αίσθημα, όλοι τους περπατούσανε το ίδιο μονοπάτι που περπατάμε τώρα εμείς.

Κάθε ζωγραφιά παίρνει το δρόμο της. Κάποιος θα την αγοράσει, κάποιος θα την πάρει δώρο. Μπορεί και να καταχωνιαστεί στα αζήτητα. Η ζωγραφιά ξέρει πολλές γλώσσες. Δε μιλάει μόνο τη γλώσσα του ζωγράφου. Μιλάει στον καθένα με τη γλώσσα που αυτός καταλαβαίνει. Η ζωγραφιά δεν είναι σχήματα, δεν είναι χρώμα. Είναι επικοινωνία.

Αντώνης Δημητρίου

...Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που χε τα πάντα αλλάξει;

Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να΄ ναι για μας πλωτός;

Στην εποχή μας που κυριαρχείται από το χολιγουντιανό υπερθέαμα, τη βία και την αθλιότητα, η ταινία “Το τελευταίο σημείωμα” του Παντελή Βούλγαρη αποτελεί μια αληθινή όαση, ένα παράδειγμα προς μίμηση και μία αποστομωτική απάντηση

 

O γλυκός, ο τρυφερός, ο ποιητής των παιδικών μας αναμνήσεων. Ποιος απ' τη γενιά των πενήντα και πάνω δεν απάγγειλε στα σχολικά του χρόνια το “Χώμα Ελληνικό”, και δεν τραγούδησε την “Ανθισμένη μυγδαλιά”;

        Σαν σήμερα, 13 Οκτώβρη του 1985 έφυγε από τη ζωή ο Τάσσος Α, ο κορυφαίος Έλληνας χαράκτης και ζωγράφος. «Όπου το δίκιο πολεμούσε την αδικία, όπου το φως διέλυε το σκοτάδι ο Α. Τάσσος ήταν παρών.

O Ναπολέων Λαπαθιώτης άγνωστος σχεδόν στις νεώτερες γενιές, λησμονημένος και αδικημένος ακόμα κι από τις επίσημες ιστορίες της λογοτεχνίας μας υπήρξε ένας από τους καταραμένους” ποιητές των ελληνικών γραμμάτων, καθώς τα ήθη της πουριτανικής και βαθειά υποκριτικής κοινωνίας του ελληνικού μεσοπολέμου δεν μπορούσαν να ανεχθούν την αντισυμβατικότητά του.

        “Θέλετε να μάθετε πως να γράφετε; Στο δρόμο, από το δρόμο να πάρετε μαθήματα. Και για την έκφραση και για το σκοπό που κυνηγάνε οι ωραίες τέχνες πρέπει να συχνάζετε στην αγορά. Ο λαός και όχι το σχολείο, να το σπίτι του συγγραφέα”

 “Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ”.

Τίτλος μιας κινηματογραφικής ταινίας, που αν δε μας γεμίσει κατάθλιψη μας γεμίζει ερωτηματικά:

Ο λαϊκός μας πολιτισμός είναι δεμένος με την ιστορία, τη γλώσσα, την ποίηση, την ψυχή του μαχόμενου και χειμαζόμενου λαού μας στις πιο καλές του ώρες, τις ώρες της ανάτασης και της αντίστασης σε κάθε δυνάστη, εξωτερικό αλλά και εσωτερικό.

Γράφει η Κατερίνα Σ.

Ένα ποίημα που ξεχειλίζει από χαρά και αισιοδοξία και γίνεται ένα χειμαρρώδες λυρικό παραλήρημα, ένας ύμνος στις αρχέγονες δυνάμεις της ζωής, σ΄ αυτές, που λέει ο ποιητής ότι “ανοίγουν τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων, στο στήθος των βαθιών ονείρων”.

        Συμβαίνει σε όλους μας. Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πίνακα ζωγραφικής άλλοτε στεκόμαστε γοητευμένοι από την κάθε λεπτομέρεια του έργου και άλλοτε στεκόμαστε προβληματισμένοι, αμήχανοι ή αδιάφοροι.

Γράφει η Κατερίνα Σ.

O Παλαμάς από μόνος του είναι μια εποχή. Είναι όμως και μια εποχή της ζωής μας. Κομμάτι της πρώτης και ύστερης εφηβείας μας.

         Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι η αναδρομή στην παράδοση σημαίνει πισωγύρισμα της τέχνης. Υπάρχουν κι άλλοι που θεωρούν, ότι το πάντρεμα της παράδοσης με το μοντέρνο βοηθά το μοντέρνο να ξεπεράσει την παρακμή του και να ανανεωθεί.

Γράφει η Κατερίνα Σ.

 

Γιατί τον σκότωσαν γιατί

το γελαστό τον ποιητή

αυγούλα στη Γρανάδα..;

Δώρα στους λαούς, που τους γεννούν, είναι οι ποιητές τους. Είναι αυτοί, που “ικανοποιούν την λανθάνουσα κοινή ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό”, “που βάζουν δυναμίτη, δημιουργούν εκρήξεις και σκορπίζουν το χειρότερο θάνατο στα βολέματά μας”,

Όταν ο τόπος με ό,τι κουβαλάει μέσα του και πάνω του- βουνά, ακρογιάλια, λιόδεντρα, κυπαρίσσια, μάρμαρα, γλάροι -περνάει μέσα στο αίμα και στο μεδούλι του ποιητή, όταν ο λαός με τους ζωντανούς και τους νεκρούς του,

Όταν η προσπάθεια συναντήσει το ευτυχές αποτέλεσμα και η ανάγκη του δοσίματος αγκαλιάσει τη χαρά της αποδοχής, τότε αυτό που σήμερα μειωτικά θεωρείται ερασιτεχνικό ξαναβρίσκει την αρχική του αγαθή έννοια

Χίλιους ζωγράφους να βάλεις μπροστά στο ίδιο τοπίο, χίλια διαφορετικά έργα θα πάρεις. Πόσο μάλλον όταν το θέμα για καλλιτεχνική δημιουργία δεν είναι παρμένο από τη φύση, αλλά από τα κοινωνικά προβλήματα, τα βάσανα της πορείας για κοινωνική απελευθέρωση.

          Τότε που κυνηγούσαμε τους ανέμους” και στον ουρανό “μετρούσαμε τ΄άστρα”, δίπλα στο μαξιλάρι της εφηβείας μας τα βιβλία του Λουντέμη δρόσιζαν τη διψασμένη για τα όμορφα και τα ψηλά ψυχή μας και μας μάθαιναν να κάνουμε όνειρα και να παλεύουμε γι αυτά.

 “Τίποτα δεν τέλειωσε – τίποτα δεν πάει. Δεν ξέρουν με ποια ράτσα τα βάλανε... Ούτε που τους περνάει από το νου... [βάζει ούζο στο ποτήρι του] ...

 

Δεν είναι χθες το χθες. Θα μπορούσε να είναι χθες, αν οι ανάγκες του χθες αφορούσαν το χθες. Αν οι αγώνες και τα όνειρα των ανθρώπων είχαν βρει δικαίωση. Αν οι απειλές του χθες βρίσκονταν έξω από το κάδρο του σήμερα.

Με το ποίημά του Σώπα, μη μιλάς” ο αγαπημένος Τούρκος συγγραφέας και ποιητής Αζίζ Νεσίν μας ορμηνεύει να πάψουμε να σιωπούμε. Να μιλάμε.

 

«Εικαστικές Τέχνες και Αντίσταση 1950 - 1974»


Μεγάλη έκθεση με έργα 151 καλλιτεχνών εγκαινιάζεται στις 24 Γενάρη στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων

Περίεργος τίτλος, μα την αλήθεια. Τι διαφορά έχει η κοινωνία των ανθρώπων από την ανθρώπινη κοινωνία; Και γιατί αυτή η διαφορά είναι τόσο σημαντική, που να αξίζει να τη συζητάμε;