provlimatismoi top banner 2019

 “ -Πώς κοιμηθήκατε κ. Μαλτέζο;.. Από δω βάλτο καλά στο μυαλό σου βγαίνουν μόνο ανανήψαντες ή πεθαμένοι.

 “Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ”.

Τίτλος μιας κινηματογραφικής ταινίας, που αν δε μας γεμίσει κατάθλιψη μας γεμίζει ερωτηματικά:

Γράφει η Κατερίνα Σ.

 Μάνια, Μανιούσια, Αντσιουπέτσιο. Έτσι φώναζαν χαϊδευτικά τη μικρή Μαρία με τις ανοιχτόξανθες και πάντα ακατάστατες μπούκλες, που μπορούσε και διάβαζε από τα τέσσερά της χρόνια,

Γράφει η Κατερίνα Σ.

"...Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε

Πόλεμος και ειρήνη 

Είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά

Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους

Μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα

Τίτλος

 Τρία τραγούδια

Δημιουργός

 Δημήτρης Γληνός

Δυο λόγια για το δημιουργό  Δημήτρης Γληνός. Ο επαναστάτης δε γεννιέται. Γίνεται!...

 

TΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Αποβραδίς, που μας ανέβαζαν στο βαπόρι δεμένους δυο-δυο φυσούσε μια φρέσκη νοτιά και συντάραξε το λιμάνι της Μυτιλήνης.

- Πολύ φοβάμαι, πως δε θα μπορέσει η “Μαρία Λ” να μας βγάλει στον ΑηΣτράτη, μου λέει ένας σύντροφος. Και καθώς είμαστε κατατσακισμένοι ύστερα από τις οχτώ μέρες, που είχαμε περάσει στ΄ αστυνομικά μπουντρούμια η νέα αυτή θαλασσινή περιπέτεια δεν μας ερχόταν βολικά.

......Ανεβασμένοι στο γεφύρι του βαποριού τρώγαμε με τα μάτια μας τα πελαγίσια μάκρη για να ξεχωρίσουμε το νησάκι της εξορίας μας. Ο καπετάνιος με κάλεσε κοντά στον τιμονιέρη. “Σε λίγο θα πάρουμε με το ασύρματο τηλέφωνο στην Αθήνα, μου λέει,θ ακούσουμε το λόγο του Κονδύλη μετά τη δοξολογία, που θα γίνει στη Μητρόπολη.” Και πράγματι σε λίγο άρχισαν να βγαίνουν από το μεγάφωνο βραχνές και ασυνάρτητες φωνές. Ο διχτάτορας και αντιβασιλέας τυχοδιώκτης στρατοκράτης, που έστελνε στα ξερονήσια του Αιγαίου καραβιές καραβιές τους δημοκρατικούς και τους αντιφασίστες, με τη λαχανιασμένη φωνή του προσπαθούσε να σκορπίσει τα ψέματά του σ' όλες τις γωνιές της ελληνικής γης. Ο ναύτης που κρατούσε το τιμόνι, ο πρώτος καπετάνιος, ο τρίτος καπετάνιος άκουαν τις ασυνάρτητες αγριοφωνάρες που έβγαιναν από το μεγάφωνο μ' ένα αδιόρατο ειρωνικό χαμόγελο στα χείλια. Μα δεν τους έβγαινε λέξη από το στόμα. Αυτούς τους εβάραινε η σκλαβιά. Και κείνη τη στιγμή είχα μέσα μου ολοζώντανο το παράξενο συναίσθημα της λευτεριάς, που είχα αισθανθεί από τη στιγμή που με πιάσανε.

Και όταν περνούσα σιδεροδεμένος ανάμεσα σε δυο πυκνές γραμμές από σιωπηλά πρόσωπα στον Πειραιά και στη Μυτιλήνη και όταν αργότερα κυκλοφορούσα μέσα στους επιβάτες του βαποριού και στο πλήρωμα, ένιωθα μαζί με μια βαθιά χαρούμενη διάθεση, που σα μεθυστική αρμονία πλημμυρούσε την ψυχή μου, πως μόνο εμείς οι φυλακισμένοι και εξόριστοι είμαστε αληθινά λεύτεροι, τη στιγμή που όλους τους άλλους σα βραχνάς τους πλάκωνε τα στήθια η σκλαβιά. Τα στόματα κλειστά, σφιχτά τα χείλη, αν και τους έτρωγε τα σωθικά η βουβή αγανάχτηση. Μα δεν έμαθαν ακόμα να μιλούν και να σφίγγουν τη γροθιά τους. Άμα γίνει αυτό, η υπόθεση της τυραννίας, της κάθε τυραννίας είναι τελειωμένη.......

Οι χαμηλές πλαγιές του νησιού κάνουν την εντύπωση ότι άδειασε κάποιος από ψηλά έναν τεράστιο κουβά από μαύρη στάχτη και πέτρες.....Μόλις στρίβουμε λίγο ακόμη ξεχωρίζουμε στην άκρη του γιαλού πάνω στα βράχια πυκνή μαυρίλα. Χέρια κουνιόνται στον αγέρα, ακούγονται χαρούμενες φωνές. Οι βάρκες ζυγώνουν το βαπόρι. Σε λίγο γεμίζουν από το καινούργιο καραβάνι των εξόριστων. Είμαστε τριάντα τρεις. Μόλις πατήσαμε στη στεριά βρεθήκαμε τριγυρισμένοι από τους ογδόντα παλιούς συντρόφους του νησιού. Πρόσωπα γελαστά μα και σοβαρά και αποφασιστικά χέρια μας σφίγγουνε αδελφικά. Στη στιγμή νιώθουμε πως είμαστε εκατόν δέκα τρεις όλοι μαζί, ένας άνθρωπος, μια ψυχή, μια δύναμη, μια θέληση. Ο καθένας μας εκατονταπλασιάστηκε. ...Σα να μας σηκώνουν στα χέρια, σα να μη πατούμε στη γη...Δεν έβλεπα τίποτε άλλο παρά τους συντρόφους που έτρεχαν πρόθυμοι να προλάβουνε κάθε πεθυμιά μας, κάθε σκέψη μας, να μας δώσουνε ό,τι χρειαζόμαστε, να μας σηκώσουνε κάθε βάρος από την ψυχή, να μας δείξουν από την πρώτη στιγμή, πόσο μπορεί κανείς έχοντας στην ψυχή ένα φωτεινό ιδανικό και τη συντροφικότητα,την αδελφοσύνη παραστάτη, μπορεί να ρίχνεται και μέσα στο καμίνι χωρίς να καίγεται, να περπατάει με γυμνά τα πόδια πάνω σε αγκάθια και καρφιά χωρίς να πληγώνεται, να ζήσει χρόνια εξορία και φυλακή χωρίς να χάσει το γέλιο από τα χείλη του, να αντικρίσει την πείνα και την κακοπέραση χωρίς να λυγίσει η ψυχή του.

- Πάμε σύντροφε τώρα να ξεκουραστείς λίγο σ ένα σπίτι και το βράδυ θα κανονίσουμε πού θα μείνεις οριστικά. ....... Ανοίγουμε μια πόρτα κι ανεβαίνουμε μια σκάλα σανιδένια που όλο τρίζει..Μπαίνουμε σε μια κάμαρη στενόμακρη. Έξι κρεβάτια το ένα κολλητό σχεδόν με το άλλο. Κρεβάτια παράξενα φτιαγμένα με βέργες πικροδάφνης. Πέφτω στο κρεβάτι, μα το σώμα μου πονεί ολόκληρο. Το καρδιοχτύπι που μ' έπιασε στον ανήφορο δεν καταλαγιάζει. Τα μάγουλά μου και τα μάτια μου καίνε. Καθώς πάω να τα κλείσω, βγάζουνε φλόγες. Το κεφάλι μου είναι βαρύ. Φαίνεται θάχω πυρετό...Μωρέ αυτές οι βέργες της πικροδάφνης μου οργώνουνε το κορμί. Πώς κοιμούνται εδώ πάνω οι σύντροφοι;..Γύρω στους τοίχους καρφιά. Ρούχα κρεμασμένα. Ένα πουκάμισο. Μια πετσέτα λερωμένη,ένα πανωφόρι τριμμένο και τρύπιο. Τα παράθυρα χωρίς τζάμια. Μωρέ το Χειμώνα τί θα γίνεται εδώ μέσα; Κι έξαφνα κοιτάζω το ταβάνι. Δεν υπάρχει οροφή. Τα δοκάρια της στέγης γυμνά και πάνω τα κεραμίδια, τρυπίτσες, σχισμάδες φωτεινές σ όλη τη στέγη. Μα εδώ θα περνάει το νερό και ο αγέρας θ αλωνίζει ..Κι άξαφνα ακούω. Τί είναι αυτά που τριζοβολάνε έτσι; Όλα τα ξύλα του σπιτιού, τα δοκάρια της στέγης, τα πατόξυλα, τα σανίδια στο πάτωμα, τα σανίδια της σκάλας, όλα τραγουδούν. Χιλιάδες, εκατομμύρια σαράκια έχουν στήσει μια ασώπαστη συναυλία, που δε σταματάει καθώς φαίνεται μέρα και νύχτα....Η συναυλία των σαρακιών τώρα την πρωτακούω άραγες; Όχι. Μου φαίνεται πως έχω αρχίσει να την ακούω χρόνια πολλά πριν, από μικρό παιδί μόλις γνώρισα τον κόσμο και τη ζωή. Ναι. Τώρα θυμάμαι. Είναι χρόνια πολλά που άρχισα ν ακούω τη μονότονη, την σκληρή την εκνευριστική αυτή συναυλία των σαρακιών, που τρώει συθέμελα το πελώριο κτίριο της κοινωνίας της αστικής. Τα δοκάρια της σαπίζουν όλα από τα θεμέλια ως την κορφή.....Μόλις άρχισε να γέρνει ο ήλιος έρχεται ο σύντροφος. Του λέω πως είμαι άρρωστος. - Έλα να σε πάω στο σπίτι που θα μείνεις. Κατεβαίνουμε σ ένα σπίτι πιο μαζεμένο.....Στο μικρό δωματιάκι σκοτείνιασε γρήγορα. Το σπίτι είναι όλο άδειο. Πρώτη βραδιά στο νησί της εξορίας. Τώρα θα μαζευτούνε όλοι στο μεγάλο θάλαμο, θα γίνει το βραδινό προσκλητήριο κι εγώ θα λείπω. .... Μα τί ακούω; Είναι τραγούδια αυτά; Τί φωνές αρμονικές; Φωνές αντρίκιες, γερές, μεστές, γεμάτες και φωνές νέων. Έρχονται από κάπου ψηλά και μακριά. Είναι πολλοί που τραγουδάν, πενήντα, εκατό άνθρωποι.. Ά. Είναι οι σύντροφοι στην κολλεχτίβα...Και το τραγούδι αυτό είναι ζεστό, είναι γοργό, είναι παλληκαρίσιο, είναι αντρίκιο, είναι ορμητικό. Είναι βουή, επίκληση, παρόρμηση. Είναι ανάσταση στις ψυχές, σάλπισμα, λάμψη σπαθιού, άναμμα της καρδιάς. Άκου το! Άκου το! Πώς κυλάει σαν γάργαρο νερό, σαν καταρράχτης πολύβουος. Άκου το πώς δυναμώνει. Φοβέρα και χαρά μαζί.

Εμπρός της γης οι κολασμένοι!

Της πείνας σκλάβοι εμπρός!

Ανασηκώνομαι, αφουγκράζομαι, το τραγούδι μπαίνει από παντού από τα παράθυρα, από την πόρτα, από τη στέγη. Μου γεμίζει την κάμαρα φως! Πώς τ ακούνε όλοι αυτοί στο νησί εδώ κάτου; Ξέρουνε πως τους φωνάζει κι αυτούς; Σιωπούν άραγες, στηλώνουνε την λυγισμένη τους ψυχή; Άκου το ! Άκου το! Τί χαρά! Τί φως! Τί λαχτάρα! Τί απόφαση! Τί ορμή!

Στον αγώνα ενωμένοι

κι ας μη λείψει κανείς!

Μα ναι! Μόνο για ν' ακούσει κανείς αυτό το τραγούδι έτσι ειπωμένο, από εκατό στόματα, με τέτοια αντρίκια παλληκαριά, άξιζε νάρθει στην εξορία σε τούτο το έρημο νησί! Για να νιώσει μέσα του να γεννιέται μια καινούργια ψυχή.

Από τους “Νέους Πρωτοπόρους” φύλλο 3, Μάρτης 1936, σελ.95-98

 

Γράφει η Κατερίνα Σ

.

 “Κι αυτό που προσμένω, θαρθεί ασφαλώς. Αργά ή γρήγορα θαρθεί. Διάβασα τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου και πρέπει να το ξέρεις ότι έρχεται ο Ηρακλής, έρχεται...” γράφει ο Γληνός από την Ανάφη,

loizos PortrText

Γράφει η Κατερίνα Σ.

Μια πραγματικά συναρπαστική πνευματική κίνηση στη διανοητική ιστορία του ανθρώπου υπήρξε η εμφάνιση των σοφιστών στα μέσα περίπου του 5ου π.Χ αιώνα.

Γράφει η Κατερίνα Σ.

Στις 2 Οκτωβρίου του 1941 ξεκίνησε με το προκλητικό όνομα “Τυφώνας” μια πολεμική επιχείρηση και μια μεγάλη μάχη από τις μεγαλύτερες, που δόθηκαν ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία.

Γράφει η Κατερίνα Σ.

Το Σεπτέμβρη του 1942, ένα χρόνο μετά την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου και με πρωτοβουλία του καθοδηγητικού του οργάνου γράφτηκε και πρωτοκυκλοφόρησε η μνημειώδης μπροσούρα του μεγάλου δάσκαλου και αγωνιστή Δημήτρη Γληνού