2018provlimatismotext

Ο λαός που δημιουργεί, που παλεύει με το σπαθί στο χέρι γράφει την ιστορία του ανακεφαλαιώνοντας σε κάθε του αγώνα όλη την ιστορική παράδοση με τις τιμιότερες ηρωικές της σελίδες, αξιοποιώντας μέσα στην αγωνιστική του πράξη όλη την αποχτημένη πείρα της διαδρομής του.

 solomos ImgL

Αυτή η αναπλαστική δύναμη είναι που λαμπραίνει και νοηματοδοτεί τους καινούργιους του αγώνες, καθώς τους συνδέει με το επαναστατικό πνεύμα της δημοκρατικής του παράδοσης και ζωντανεύει το πραγματικό λαϊκό της περιεχόμενο.

Τέτοια παρακαταθήκη αποτελεί και η ανολοκλήρωτη αιματοποτισμένη επανάσταση του '21 με όλες της τις καταχτήσεις, τα λάθη, τα μαθήματα και τα παθήματά της, τους θρύλους και τις ηρωικές της μορφές. Και σαν τέτοια εξακολουθεί να ζει μέσα στη λαϊκή ψυχή και να αποτελεί πηγή και αφετηρία για νέα ξεκινήματα. Γιατί το '21 δεν είναι ένα τέρμα, μια νικηφόρα επανάσταση που πέτυχε τους σκοπούς της και έληξε, αλλά ένας σταθμός, ο πιο μεγάλος και φωτεινός στην ιστορία του νεοελληνικού λαϊκού μας κινήματος. Η επανάσταση του 21 είναι ο αγώνας του λαού μας ενάντια στην τουρκική και ντόπια φεουδαρχία, ενάντια στο φεουδαρχικό – οθωμανικό ζυγό και στους ντόπιους συμμάχους του, κοτζαμπάσηδες, προύχοντες, πατριαρχείο και μεγαλοδεσποτάδες και σ΄ έναν ολόκληρο στρατό “προσκυνημένων” στα συμφέροντά τους. Είναι η ιστορία της κλεφτουριάς, του άταχτου λαογέννητου στρατού από κλέφτες κι αρματολούς, που άρπαξαν ένα λιανοντούφεκο, “αρνήθηκαν τον τύραννο και στα βουνά τραβήξαν”, αυτούς που ο σοφός Μακρυγιάννης τους είχε ονομάσει “ μαγιά της λευτεριάς” και που στάθηκαν ο πραγματικός κινητήριος μοχλός της επανάστασης και ο συνεπέστερος φορέας της. Και μπορεί η επανάσταση, όσον αφορά τον εθνικοαπελευθερωτικό της στόχο να βγήκε νικήτρια. Όμως ο καρπός της ελευθερίας από την τουρκική τυραννία δεν τρυγήθηκε από το λαό. Ο λαός αν και ήταν αυτός που με το αίμα και τις θυσίες του έδιωξε τον κατακτητή, ξαναγύρισε σακάτης στην πρωτινή κατάσταση του ραγιά και του δουλοπάροικου.

“Μεταξύ δουλείας και δουλείας δεν υπάρχει καμμιά διαφορά, γράφει πολύ εύστοχα ο μπαρμπα-Γιάννης ο Σκαρίμπας. Με το να κάμεις μιαν επανάσταση κι αποτινάξεις το ζυγό, δεν έκαμες τίποτα. Το 21 αυτό έκαμε. Το να μην ξαναεμπέσεις σε ζυγό -αυτό είναι επανάσταση.” Με εφτάδιπλα έτσι τα δεσμά του αυτός ο λαός, που μόνος του έβγαλε πέρα έναν αγώνα γιγάντιο, που νίκησε όχι μόνο μια αυτοκρατορία αλλά πολιτικά και μιαν απολυταρχική Ευρώπη γονατισμένη από το σκοταδισμό της Ιερής Συμμαχίας, έχασε απ' το δρόμο του το φως του ίδιου του του αγώνα και παραδόθηκε δέσμιος στους αστοποιημένους κοτζαμπάσηδες, που διαδέχτηκαν τους Τούρκους.

Τα ηρωικά μονοπάτια όμως του Εικοσιένα δεν ξεχάστηκαν ποτέ. Και κάθε που σημαίνει η ώρα για λευτεριά, για ψωμί, για δημοκρατικές ελευθερίες, για προχώρεμα της ζωής σ΄ ανώτερες βαθμίδες, σ΄ αυτά τα μονοπάτια του αγώνα πορεύεται ο λαός μας και από την πείρα την τοτινή αντλεί και γνώση και δύναμη και κουράγιο. Και νομοτελειακά βέβαιο είναι, πως ό,τι έμεινε από τότε ανολοκλήρωτο και αδικαίωτο με τους καινούργιους του αγώνες θα το ολοκληρώσει και θα το κάνει να λάμψει ως νέα ιστορική πραγματικότητα.

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ '21

Η επανάσταση του '21 όμως εκτός από ένα κοινωνικό, πολεμικό και πολιτικό γεγονός ήταν συγχρόνως και ένα πνευματικό γεγονός. Πνευματικό γεγονός, θαυμαστό και λαογέννητο, με κυριότερα γνωρίσματά του τον επαναστατικό δυναμισμό, την απόλυτη λαϊκότητα, την αναγεννητική ορμή .

Στην ποιητική δημιουργία, που αποτελεί την πιο δυναμική έκφραση αυτής της πνευματικής επανάστασης, βλέπουμε το μίσος ενάντια στην τυραννία, την αγάπη της λευτεριάς, τον πόθο για ζωή και χαρά, τα βάσανα της σκλαβιάς και της ξενιτιάς να βρίσκουν στη δημοτική μας ποίηση την πιο καθαρή τους αποτύπωση με μια κλασσική τελειότητα, που αποτελεί χαρακτηριστικό των μεγάλων δημιουργικών εποχών. Τα κλέφτικα τραγούδια, καθώς υμνούν το ηρωικό στοιχείο, τη λεβεντιά, το ιδανικό της λεύτερης ζωής, δημιουργούν έναν ξεχωριστό κύκλο, όπου λάμπει η αξία και η αρετή ενός νέου κόσμου, αυτού που ξεπετάχτηκε από την πάλη,την ανταρσία και την αντίσταση.
Η λαϊκή τέχνη, η λαϊκή μουσική, η λαϊκή αρχιτεκτονική, τα πανηγύρια και οι χοροί, το ήθος και ύψος της νέας παλικαριάς, η λεβεντιά, η ψυχική έξαρση, το μεγαλείο του αδούλωτου, όλα μαρτυρούν τη δημιουργική πνοή που χαρακτηρίζει όχι δούλους αλλά ελεύθερους ανθρώπους, όλα εκφράζουν τη δύναμη ενός μαχητή λαού, που αντλεί δυνάμεις από τον εαυτό του και μπορεί και ποιεί πολιτισμό. Ο ασπούδαχτος της σκλαβιάς απ' αυτόν το λαϊκό πολιτισμό έπαιρνε μόρφωση κι έπλαθε ψυχή. Μακριά από τους λογιότατους και τους καλαμαράδες, που ξεχώριζαν το έθνος σε σπουδαίους και σε χυδαίους, μέσα στη φύση, στη βιοπάλη, στα δεινά της σκλαβιάς, στον αγώνα για ζωή και λευτεριά, ο ραγιάς σφυρηλατούσε το ηθικό του, ατσάλωνε και κρατούσε αδούλωτες τις αρετές του, απείραχτο το δυναμισμό του για ανάπτυξη, για αυτοκαλλιέργεια, για δημιουργία και πάνω απ΄ όλα για επαναστατική πράξη.

Τυρταίοι του αγώνα του λαού για εθνική και κοινωνική λευτεριά ο Ρήγας Φεραίος, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Ζαλοκώστας, ο Ζαμπέλιος ο καθένας με το δικό του τρόπο τραγούδησαν την επανάσταση προσπαθώντας να μεταδώσουν τη φωτιά της. Όλοι τους μίσησαν την τυραννία, χτύπησαν τους ξένους ψευτοπροστάτες, ύψωσαν τη σημαία του χρέους απέναντι στο έθνος και στο λαό και έγιναν πνευματικοί αγωνιστές πάνω στις πρωτοποριακές επάλξεις του '21. Ο μεγαλύτερος βέβαια και μαχητικότερος πνευματικός απολογητής του αγώνα, φωνή και ψυχή του αγωνιζόμενου λαού, του τόσο “ευκολοπίστευτου και πάντα προδομένου”, πνευματικός πολέμαρχος της επανάστασης, υπήρξε ο Σολωμός. Πάθος και φλόγα και ορμή, ιδεαλισμός δυναμικός, καταξίωση της λαϊκής κληρονομιάς, ελληνοποίηση του ευρωπαϊκού πνευματικού πολιτισμού, ματιά απαλλαγμένη από τις προλήψεις και τους συσκοτισμούς της εποχής και πάνω απ΄ όλα λατρεία του ιδανικού της ελευθερίας διαπερνούν το έργο του ποιητή, που δεν είχε μόνο σκοπό να ενσαρκώσει μια υψηλή ιδέα σε μια υψηλή μορφή τέχνης αλλά να υψώσει το έργο του μπροστά στο λαό του σαν πράξη ελευθερίας και σαν κανόνα ζωής ανοίγοντας έτσι τους δρόμους μιας νέας εθνικής ποίησης βγαλμένης απ΄ αυτόν τον τεράστιο αναγεννητικό αγώνα.΄Ο Ύμνος της Ελευθερίας, η Ωδή στον Μπάιρον, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, ο Κρητικός, η Ελληνίδα Μάνα αποτελούν μια πολυδύναμη συμφωνία της Επανάστασης, μια βαθιά σύλληψη του Αγώνα σ΄ όλο το ύψος και το μεγαλείο του.
Ακόμα πολύτιμη κληρονομιά του αγώνα του λαού μας, που σώθηκε από τη λησμονιά και μας παραδόθηκε από πρώτο χέρι, αποτέλεσαν τα απομνημονεύματα των μεγάλων πρωταγωνιστών της εποχής. Κείμενα μεγάλης αξίας κλείνουν μέσα τους την ψυχή του λαού και την ψυχή της επανάστασης, ακέραιο τον αγωνιστή και τον άνθρωπο. Κολοκοτρώνης και Φωτάκος, Σκουζές και Νικηταράς και Σπυρομήλιος και Κασομούλης απομνημονευματογράφοι αγωνιστές που ένιωσαν καθήκον τους και ηθική ανάγκη να μαρτυρήσουν την αλήθεια του αγώνα τους, να κάνουν την καταγραφή του ηρωικού έπους των επαναστατικών χρόνων. Μέσα σ΄ αυτούς τους λαϊκούς ανθρώπους, που τα 'δωσαν όλα για τη λευτεριά της ρημαγμένης τους πατρίδας και βρέθηκαν μετά την απελευθέρωση αυτοί οι μπαρουτοκαπνισμένοι “να κατατρέχονται ως ανάξιοι της κοινωνίας” και να λοιδορούνται και να κλείνονται στις φυλακές, είναι και ο στρατηγός Μακρυγιάννης, που κάθισε κι έμαθε γράμματα – κολλυβογράμματα τα έλεγε αυτός- μόνο και μόνο για να αποτυπώσει τον καημό του στο χαρτί.
Κλέφτης κι αρματολός, πολεμιστής και λαϊκός αγωνιστής αλλά και ποιητής και τραγουδοποιός και λαϊκός τεχνίτης και δημιουργός πολιτισμού ο λαός μας με το αίμα του και τις θυσίες του λευτέρωσε τη γη του αλλά δεν έγινε ούτε της γης του κύριος ούτε και της μοίρας του.

Η πολυδύναμη ουσία εκείνου του τιτάνιου αγώνα όμως έχει ποτίσει τη λαική ψυχή, που δεν έπαψε να αγωνίζεται και να δημιουργεί και να στέκεται ορθή και έτοιμη για αγώνες τωρινούς κι αυριανούς που θα φέρουν στον τόπο και στο λαό την πραγματική ελευθερία και τον αληθινό πολιτισμό.

Ο Δημήτρης Φωτιάδης γράφει για το Μεσολλόγγι "το ένδοξο αλωνάκι" για τη μεγάλη εποποιία του 1821:

...Τους χτυπάνε με χοντρή και ψιλή φωτιά από τη λιμνοθάλασσα. Τους προσκαλάνε να ρίξουν τ’ άρματα. Αρνιούνται. Κάνανε ρεσάλτο οι εχθροί από τη στεριά, μα κάμποσοι απ’ αυτούς βρίσκουν το θάνατο και τα κουφάρια τους χώνουνται στο βούρκο. Αντικρύζουν μια μικρή , μια τελευταία Κλείσοβα. Μα οι υπερασπιστές του ύστατου αυτού προμαχώνα ώρα με την ώρα λιγοστεύουν. Δε λείπουν μονάχα όσοι σκοτώνουνται από τις μπάλες και τα βόλια του εχθρού, τυχεροί αυτοί, μα κι όσοι, όπως περάσανε πολεμώντας ξάγρυπνοι δυο ακόμα μερόνυχτα, χωρίς να βάλουν μπουκιά στο στόμα τους κι ούτε μια γουλιά νερό, δεν τους απόμεινε πνοή στα στήθια. Δεν έχουν πια τη δύναμη να συρθούν, μήτε να ξαναγεμίσουν τα καριοφίλια τους. Οι λίγοι, που μπορούν ν’ αναστηλωθούν, τραβάνε ακόμα, μα το ντουφέκι τους γίνεται όλο και πιο σκόρπιο, πιο ανάριο.

Η νύχτα έρχεται. Αν καρτερέψουν ως την αυγή, κανείς πια δε θα μπορέσει ν’ αντιβγεί. Ξέπνοοι και μισοπεθαμένοι καθώς θάναι, θα δουν να τους παίρνουν οι εχθροί με τα γιαταγάνια τους τη λίγη ζωή που κλείνουν ακόμη τα κορμιά τους. Συνάζουν όσο μπαρούτι είχαν ακόμη, κλείνουνται, όσοι ζωντανοί, μέσα στο μισογκρεμισμένο ανεμόμυλο και βάζουνε φωτιά. Μια τελευταία λάμψη φωτίζει τη λιμνοθάλασσα, φωτίζει τις ντάπιες, φωτίζει τον κάμπο, φωτίζει τα γύρω βουνά – φωτίζει, στον κόσμον όλον, το δύσκολο δρόμο που φέρνει η λευτεριά.

Το Μεσολόγγι έπεσε.

Στη γλυκιά τούτη ώρα της άνοιξης δεν ακούγεται άλλο από το φλοίσβο της θάλασσας, τα τσακώματα των εχθρών για τη μοιρασιά του πλιάτσικου και το σιγανό αναφυλλητό χιλιάδων γυναικόπαιδων, που κλαίνε τους χαμένους προστάτες τους και τη δικιά τους μοίρα. Σε λίγο θα φορτωθούν στα καράβια της αρμάδας για να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα της Πόλης, της Σμύρνης, της Αλεξάντρειας, του Κάϊρου. ...........

Σαν ξημέρωσε η 13 του Απρίλη είκοσι σπίτια μένανε, όλα κι όλα, ορθά στο Μεσολόγγι. Στις πλαταίες, στα χαντάκια, στα στενοσόκακα κοίτουνται χιλιάδες σκοτωμένοι και πάνω στη λιμνοθάλασσα πλέουνε άλλα αμέτρητα κουφάρια. Τα σκυλεύουν οι εχθροί. Στη δίψα τους για πλιάτσικο ανοίγουν κι αυτούς ακόμα τους τάφους του Μάρκου Μπότσαρη και του Νορμάν.

Ο Κιουταχής κι ο Μπραΐμης βγάζουν το τελευταίο μπουγιουρντί τους` να μαζευτούν όλα τα κουφάρια, να σκαφτούν κι αυτά ακόμα τα γκρέμια και να βγάλουν όσα βρίσκουνται καταχωνιασμένα κάτω απ’ αυτά, όχι μονάχα για να τα κάνουν σωρούς και να τα κάψουν για να μη βρωμίσει ο τόπος, μα και γιατί οι δυο πασάδες χρειάζουνται τ’ αυτιά των σκοτωμένων. Βάζουν ανθρώπους να τα κόβουν προσεχτικά, να τ’ αρμαθιάζουν και να τα παστώνουν μ’ αλάτι μέσα σε βαρέλια. Μαζεύουν έτσι τρεις χιλιάδες ζευγάρια αυτιά και τα στέλνουν στην Πόλη, πεσκέσι στο Σουλτάνο κι απόδειξη για το πόσο μεγάλος στάθηκε ο ξολοθρεμός τούτων των γκιαούρηδων, που πήγαν να χαλάσουν το ντοβλέτι.

Μπαίνουν τέλος στο Μεσολόγγι ο Κιουταχής κι ο Μπραΐμης να καμαρώσουν το έργο τους. Τους συνοδεύουν, εξόν από τους ξένους αξιωματικούς που έχουν στη δούλεψή τους, και δυο άλλες προσωπικότητες: Οι πρόξενοι στην Πάτρα της Αγγλίας και της Αυστρίας, ο Φίλιπ Τζέιμ Γκρην κι ο Αβάς Δον ΜΙκαρέλι. Κ’ οι δυο, άμα μάθανε πως έπεσε το Μεσολόγγι, τρέξανε να δώσουν τα συχαρήκια τους στους πασάδες. Ευχαριστημένοι που τα κατάφεραν οι φίλοι τους οι Τούρκοι, δεν έχουν μάτια να δουν τίποτα από τη συμφορά που απλώνεται γύρω τους. ............

Αυτό στάθηκε το τέλος του Μεσολογγιού. Μήτε τα τόσα ασκέρια, μήτε οι τόσες αρμάδες, μήτε οι τόσες τέχνες των Ευρωπαίων, μήτε η αρρώστια μπόρεσαν να γονατίσουν τους υπερασπιστές του. Τους λύγισε η πείνα, που κανείς αντρειωμένος δεν τη νίκησε ποτέ. Μα ούτε και τότε παραδόθηκαν. Προτίμησαν να μείνουν λεύτεροι.

Δημήτρης Φωτιάδης

Μπορείτε να σχολιάσετε...


Security code
Ανανέωση